Το Έθιμο της Νύχτας των Ευχών στην Νέα Δήμητρα
Στο χωριό μου Νέα Δήμητρα, υπήρχε ένα μοναδικό έθιμο που ζωντάνευε κάθε φορά που ερχόταν μια μεγάλη γιορτή . Το βράδυ οι χωριανοί έπαιρναν τους δρόμους και περνούσαν από όλα τα σπίτια των εορταζόντων , χαρίζοντας ευχές και μοιράζοντας χαρά . Ήταν μια άτυπη αλλά ιερή συνήθεια, που ένωνε τους ανθρώπους σε μια κοινή γιορτή αγάπης και σεβασμού .
Θυμάμαι τους γονείς μου , ντυμένους με τα καλά τους, να ξεκινούν με ενθουσιασμό για αυτές τις βραδινές επισκέψεις στις γιορτές των συγχωριανών μας . Ήταν ένα κομμάτι της ζωής του χωριού, μια παράδοση που τους γέμιζε χαρά . Η μητέρα μου πάντα ετοίμαζε ένα μικρό δώρο , ίσως κάποιο γλυκό ή ένα κεντητό μαντήλι για να προσφέρει στον εορτάζοντα . Αυτές οι νύχτες ήταν γεμάτες ζωή με τα πρόσωπα όλων να λάμπουν από ζεστασιά, ανταλλάσσοντας ευχές με φίλους και συγγενείς . Εμείς τα παιδιά δεν πηγαίναμε μαζί τους και περιμέναμε να γυρίσουν και να μας φέρουν κεράσματα . Εκείνα τα βράδια των γιορτών τα φώτα από τα σπίτια έλαμπαν μέσα στην νύχτα και οι πόρτες έμεναν ανοικτές για να υποδεχθούν τους καλεσμένους .
Όταν ήταν του Αγίου Αθανασίου πάντα ξεκινούσαν την διαδρομή τους από εδώ κοντά ,από το σπίτι του γείτονά μας του Θανάση Τσελεπάκη,όπου τους υποδέχονταν με γλυκά η θεία Βασίλω . Αμέσως μετά πήγαιναν στου μπάρμπα – Θανάση του Ευθυμιάδη όπου η θεία Φρόσω κερνούσε τα καλούδια που είχε ετοιμάσει . Μετά την ανταλλαγή των ευχών πήγαιναν στου Θανάση του Σωτηριάδη όπου κι εκεί η θεία Ελενίτσα είχε έτοιμο το τραπέζι με γλυκά και λικέρ . Από εκεί πήγαιναν στου Θανάση του Χατζόπουλου και κερνιόταν κι εκεί και απολάμβαναν την φιλοξενία .
Γυρνώντας προς την Πλατέα πήγαιναν στο σπίτι του Θανάση του Τσιφτσή όπου η θεία Κωνσταντινιά κερνούσε ωραίους μεζέδες και πιο πέρα στο σπίτι του θείου Θανάση του Καλφοπούλου η θεία Αθηνά κερνούσε το κρασάκι με τους ωραίους μεζέδες για την γιορτή του άνδρα της . Η γιορτή μεταφερόταν από σπίτι σε σπίτι ,σαν μια φλόγα που κρατούσε ζεστή την καρδιά .
Περνώντας τον δρόμο προς την εκκλησία κατηφόριζαν και βρίσκονταν στο σπίτι του παππού μου Θανάση όπου η γιαγιά μου τους περίμενε για να τους προσφέρει την ωραία πίτα που έκανε . Ο παππούς μου Θανάσης ήταν πολύ χαρούμενος την ημέρα αυτήν και πάντα ντυμένος με τα καλά του ρούχα καθόταν δίπλα στην σόμπα . Πιο κάτω από του παππού μου το σπίτι στην άκρη του χωριού ήταν το σπίτι του Τριανταφυλλίδη Θανάση και ο μπαμπάς μου δεν τον ξεχνούσε ποτέ . Η θεία Φωτεινιώ τους υποδέχθηκε με το τραπέζι γεμάτο καλούδια ,έτοιμο να τιμήσει την γιορτή του .
Από εκεί αρκετά πιο πάνω ήταν το σπίτι του Θανάση Γκοτζίδη και οι γονείς μου σιγά – σιγά και συζητώντας έφτασαν μέχρι εκεί . Η θεία Τασούλα τους υποδέχθηκε με γέλια και κεράσματα και ένα αίσθημα γιορτής που τους τύλιγε από την στιγμή που περνούσαν το κατώφλι τους . Όταν πήραν τον δρόμο του γυρισμού στον δρόμο συναντούσαν πολλούς χωριανούς μας που άλλοι πήγαιναν και άλλοι έρχονταν στα σπίτια των εορταζόντων Θανάσηδων . Το χωριό ολόκληρο έμοιαζε να γιορτάζει , τιμώντας τους φίλους και συγγενείς .
«Φωτούλα , έχμε ακόμα τον Θανασό τον Πλαταρά , τον Θανάς(η )τον Νατσά και τον Θανάς(η) τον Βασιλειάδη . « έλεγε ο μπαμπάς μου ο Τάσος . “Ναι , Τάσο , θα τους τιμής(ου)με κι αυτούς «
Και συνέχιζαν με το ίδιο κέφι στα σπιτικά αυτά που τους υποδέχθηκαν με ωραία χαμόγελα και γεμάτα τραπέζια . Οι φωνές και τα τραγούδια ακούγονταν από μακριά και κάθε επίσκεψη φαινόταν σαν ένα μικρό πανηγύρι . Αυτές οι επισκέψεις ήταν σαν μια μικρή αλυσίδα , όπου κάθε σπίτι έδενε με το επόμενο και όλοι μαζί δημιουργούσαν ένα πανηγύρι αγάπης και έδειχνε πόσο ενωμένοι ήταν οι άνθρωποι του χωριού μας .
Ήταν ένας τρόπος για να δείξουν οι χωριανοί μας πως κανένας δεν ήταν μόνος του στην γιορτή του . Κάθε σπίτι και κάθε γιορτή γινόταν υπόθεση όλου του χωριού . Όταν γύριζαν οι γονείς μας αργά την νύχτα , τους βλέπαμε χαρούμενους και γεμάτους ιστορίες. Ήταν σαν να κουβαλούσαν πίσω το φως και την ζεστασιά αυτών των επισκέψεων και γέμιζαν το σπίτι με μια αίσθηση ότι είμαστε όλοι μαζί . Κι εγώ, παιδί ακόμα , περίμενα να μεγαλώσω και να γίνω ένα κομμάτι αυτής της ζωντανής παράδοσης !