Τα  Φώτα της Ράμπας στη Νέα Δήμητρα  

Τα  Φώτα της Ράμπας στη Νέα Δήμητρα  

Οι φωνές αντηχούσαν μέσα στην παλιά αποθήκη του Γιάγκογλου. Ο χώρος, συνήθως σκοτεινός και γεμάτος εργαλεία, είχε μεταμορφωθεί σε σκηνή. Η αποθήκη στολίζεται με πανιά και φωτιστικά λάμπες πετρελαίου. Οι γυναίκες φτιάχνουν τις φορεσιές από παραδοσιακές υφασμάτινες βράκες και φουστανέλες. Μπροστά μαζεύεται όλο το χωριό με  ξύλινους πάγκους, ενώ η τοπική ορχήστρα , με το ακορντεόν του Τάσου , δίνει ρυθμό στις σκηνές. Πρόχειρες κουρτίνες σχημάτιζαν παραβάν  και τα λιγοστά φώτα έριχναν μεγάλες σκιές στους τοίχους. Οι νεαρές κοπέλες ισιώναν τις φορεσιές τους, οι άντρες διόρθωναν το κούμπωμα στο πουκάμισο και κάποιος ψιθύριζε με αγωνία τις ατάκες του. 

Το χωριό είχε βάλει τα καλά του. Οι νοικοκυρές είχαν μαζευτεί από νωρίς, κουβαλώντας σκαμνιά και καρέκλες, ενώ οι γέροντες, με τα κομπολόγια στα χέρια, έπιαναν θέσεις στις πρώτες σειρές. Η προσμονή ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων. Δεν ήταν απλώς μια θεατρική παράσταση. Ήταν ένα γεγονός.  

«Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» – Δραματικό Ειδύλλιο του Δ. Κορομηλά 

Υπόθεση 

Το έργο εκτυλίσσεται σε ένα χωριό, όπου η όμορφη βοσκοπούλα Λιάκαινα αγαπά τον νέο τσέλιγκα Λιάκο, αλλά αντιμετωπίζουν εμπόδια. Ο πλούσιος Καλογήρου τη ζητά σε γάμο, ενώ ο προδομένος Μανολιός, επίσης βοσκός, βάζει σκοτεινά σχέδια σε εφαρμογή. Η ιστορία κορυφώνεται με συγκίνηση, προδοσία και τελικά τη λύτρωση της αληθινής αγάπης. 

Διανομή Ρόλων – Νέα Δήμητρα 1950 

Λιάκος (ο αγαπητικός της βοσκοπούλας): Ο Θανάσης Τσιφτσής,  νεαρός, δυναμικός, ονειροπόλος. 

Λιάκαινα (η όμορφη βοσκοπούλα): Η Ευδοκία Χατζοπούλου , τρυφερή και αποφασιστική. 

Μανολιός (ο ανταγωνιστής, βοσκός): Ο  Στέργιος Φωτιάδης , με πάθος και ζήλια. 

Καλογήρου (ο πλούσιος που διεκδικεί τη Λιάκαινα): Ο Θανάσης Νατσόπουλος , αυστηρός και υπολογιστής. 

Η γριά μάνα της Λιάκαινας: η Ελένη Παπαδοπούλου της Αφροδίτης ,σοφή και προστατευτική. 

Ο γερο-Τάσος (σοφός γέροντας του χωριού): ο Γιάννης Παυλίδης , με ήρεμη φωνή και κύρος. 

Κωστούλα (φίλη της Λιάκαινας): Η  Χρυσώ Αξονίδου , αφοσιωμένη και χαριτωμένη. 

Ο αρχιτσέλιγκας (ηγέτης των τσοπάνηδων): Ο Νατσόπουλος Αλέκος ,αυστηρός και δίκαιος. 

Οι φιλενάδες της Βοσκοπούλας ήταν η Σούλα Κυριακίδου , η Ανίκα Γκόγκου . Οι φίλοι του βοσκόπουλου ήταν ο Χρήστος Γκάιτατζης , ο Ιορδάνης Γκοτζίδης και ο μικρός Αναστασιάδης Τάκης .  

Η αυλαία, μια πρόχειρη κουρτίνα, άνοιξε και η Ευδοκία Χατζοπούλου, ντυμένη με το λευκό φόρεμα της Βοσκοπούλας, εμφανίστηκε στη σκηνή. Ο Θανάσης Τσιφτσής, με το γοητευτικό του χαμόγελο, μπήκε λίγο αργότερα, ο ρόλος του «Αγαπητικού» του ταίριαζε απόλυτα. Ήταν λες και οι ρόλοι είχαν γραφτεί για εκείνους. Το χωριό παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα. 

Οι λέξεις, άλλοτε παθιασμένες κι άλλοτε τρυφερές, έβγαιναν μέσα από τις καρδιές τους. Δεν ήταν απλώς υποκριτές. Ήταν οι γείτονες, οι φίλοι, τα παιδιά του χωριού, οι άνθρωποι που συναντούσες καθημερινά στο καφενείο, στο σχολείο, στην εκκλησία. 

Ο Θεόδωρος Σολομωνίδης στεκόταν λίγο πιο πίσω, χαμογελώντας ικανοποιημένος. Ήταν από τους πρωτεργάτες αυτών των θεατρικών δρώμενων, ένας άνθρωπος που πίστευε πως ο πολιτισμός δεν χρειαζόταν λαμπερές σκηνές, μόνο ανθρώπους με μεράκι. Κάπου στο βάθος, ο Αλέκος Ευθυμιάδης κρατούσε σημειώσεις. Ήξερε πως το θέατρο δεν ήταν απλώς μια παράσταση, ήταν η ψυχή του χωριού που έβρισκε φωνή. 

Ο κόσμος παρακολουθεί με αγωνία, συγκινείται και επευφημεί όταν ο Λιάκος κερδίζει τη Λιάκαινα, ενώ οι γριές σχολιάζουν με ψιθύρους κάθε σκηνή. Στο τέλος, όλοι καταλήγουν στο καφενείο του χωριού για να το γιορτάσουν με τραγούδια και χορούς. 

Αυτή η θεατρική βραδιά θα έμενε χαραγμένη στη μνήμη των κατοίκων ως μια από τις πιο όμορφες στιγμές τους, όπου το θέατρο ένωσε τη μικρή κοινωνία, δίνοντας ζωή στην τέχνη και στις παραδόσεις τους. 

Με το τελευταίο χειροκρότημα, η αποθήκη πλημμύρισε από φωνές και γέλια. Οι ηθοποιοί έσκυβαν ντροπαλά, ενώ τα συγχαρητήρια έπεφταν βροχή. Κάποιος έλεγε πως τα έσοδα θα πήγαιναν για τον τρούλο της εκκλησίας και όλοι ένιωθαν πως, έστω και με έναν μικρό τρόπο, είχαν γίνει μέρος μιας ιστορίας που θα θυμόταν η Νέα Δήμητρα για χρόνια. Η θεατρική σκηνή είχε λάμψη και  έφερνε συγκίνηση ,ακόμα κι αν η  «ράμπα» , ήταν μια πρόχειρη σκηνή σε μια αποθήκη .  

Τότε, η θεατρική σκηνή δεν ήταν μόνο τόπος τέχνης, ήταν το σημείο συνάντησης, η ευκαιρία για επικοινωνία, ο τρόπος να χτίζουν δεσμούς οι άνθρωποι. Και ακόμα κι αν οι φωνές εκείνης της νύχτας έχουν χαθεί, η μνήμη παραμένει ζωντανή. Η αποθήκη μπορεί να γκρεμίστηκε, αλλά η σκηνή της Νέας Δήμητρας θα υπάρχει πάντα στις καρδιές εκείνων που έζησαν τη μαγεία της. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή