Τα Τσουρέκια της Γιαγιάς
Ήταν άνοιξη. Οι βερικοκιές έξω είχαν ντυθεί ροζ και λευκά και το φως έμπαινε χρυσό από τα παραθυρόφυλλα, φωτίζοντας τις πασχαλινές μέρες. Η γιαγιά είχε ανάψει τη ξυλόσομπα, όχι για το κρύο ,αλλά «για να πάρει η ζύμη τη ζεστασιά της», όπως έλεγε. Ήταν η εποχή των τσουρεκιών , της υπομονής , της αναμονής και της γλυκιάς μυρωδιάς .
- «Χωρίς θαλπωρή, παιδάκι μου, ούτε η ζύμη δεν σηκώνεται», μουρμούριζε, ενώ έριχνε λίγα ξύλα ακόμη.
Καθόταν μπροστά στο μεγάλο τραπέζι, με τα υλικά αραδιασμένα σαν μικρούς θησαυρούς. Το βούτυρο είχε λιώσει στο μπρίκι και μοσχοβολούσε, η ζάχαρη λαμποκοπούσε σαν φρέσκο χιόνι, τα αυγά περίμεναν τη σειρά τους. Κι εκείνη, με ένα μικρό γουδί στα χέρια, κοπάνιζε το μαχλέπι.
- «Άκου το πώς τραγουδάει…» είπε και ακούμπησε το αυτί της στο γουδί.
- «Σαν καμπανούλες!» φώναξα εγώ.
- «Σαν Πασχαλινές καμπανούλες!» είπε και μου έκλεισε το μάτι.
Το ζύμωμα ήταν ιεροτελεστία. Η γιαγιά μάζευε τα μανίκια της, έπιανε τη μαγιά σαν να έπιανε το Άγιο Δισκοπότηρο. Την κοίταζα με δέος. Τα χέρια της ,σμιλεμένα από χρόνια δουλειάς και στοργής, βυθίζονταν στο αλεύρι και το μετέτρεπαν σε ζωή.
- «Να ‘ρθείτε να βοηθήσετε, μα προσεχτικά. Όχι σκανταλιές!» μας φώναζε.
Εγώ, η αδερφή μου και τα ξαδέρφια , πλησιάζαμε με χέρια ανυπόμονα. Ήμασταν εκεί , γύρω της, μικρά χεράκια πρόθυμα να βοηθήσουν, να παίξουν ,να λερωθούν. Το αλεύρι μας σκόνιζε ,το λάδι μας γυάλιζε .
- «Μπορώ να κάνω κι εγώ πλεξούδα;» ρωτούσα κάθε χρόνο.
- «Αν δεν κάνεις, πώς θα μάθεις;» απαντούσε εκείνη, και μου έδινε ένα κομμάτι ζύμης.
Φτιάχναμε κουλουράκια και περίεργες πλεξούδες ,άλλοτε πετυχημένες, άλλοτε όχι. Η γιαγιά τις διόρθωνε με χάδι, ποτέ με επίπληξη.
- «Αυτό δεν είναι πλεξούδα, είναι σαλιγκάρι!» γελούσε η θεία Μαρία.
- «Ε, και το σαλιγκάρι θέλει θέση στο ταψί!» έλεγε η γιαγιά και το ακουμπούσε δίπλα στα άλλα.
Όταν φούσκωσε η ζύμη και γέμισε ο ταβάς πλεξούδες, τις αλείψαμε με αυγό.
- «Μη το βάζεις πολύ, παιδάκι μου, θέλουμε να ροδίσει, όχι να καεί!» είπε στην ξάδερφη μου που τις είχε πλημμυρίσει.
Και μετά , η πομπή. Με τα ταψιά στο χέρι, πήραμε τον δρόμο για τον φούρνο της Λιάλαινας. Η γειτονιά ευωδίαζε από μαχλέπι και μαστίχα. Οι γυναίκες κουβέντιαζαν σιγανά.
- «Έβαλες κακουλέ φέτος;»
- «Όχι πολύ.
- «Η μάνα μου έλεγε πάντα: λίγη μαστίχα και τριμμένο πορτοκάλι. Αλλιώς, είναι ψωμί με ζάχαρη.»
Η Λιαλαίνα πήρε τα ταψιά, τα σημείωσε με κιμωλία.
- «Δικά σου τα δυο μεγάλα με τα αυγά στη μέση;»
- «Για τις κουμπάρες. Και τα άλλα τέσσερα για το σπίτι. Τα παιδάκια τα ‘πλασαν!»Της κουμπάρας είχαν το κόκκινο αυγό στη μέση . Άλλες πιο απλές για το σπίτι . Όμως καμία δεν ήταν λιγότερο σημαντική . Όλες έκρυβαν το ίδιο μεράκι ,το ίδιο άρωμα .
- «Μπράβο στα παιδάκια!» είπε κι έβαλε τα ταψιά στον μεγάλο φούρνο.
Η μυρωδιά απλώθηκε στην αυλή. Όλη η γειτονιά περίμενε ήσυχα. Λίγα λόγια, χαμηλά. Κάτι ιερό πλανιόταν στον αέρα.
Όταν γυρίσαμε σπίτι, τα τσουρέκια ήταν έτοιμα. Καλοψημένα, γυαλιστερά, αφράτα. Τα τοποθετήσαμε δίπλα στα βαμμένα αυγά, στις εικόνες, στα λουλούδια.
- «Μην τα πειράξει κανείς!» είπε η μαμά.
- «Μα, γιαγιά…» παρακάλεσα.
- «Μέχρι το Πάσχα, Λενιώ μου . Μετά θα είναι πιο γλυκό», είπε και μου χάιδεψε το κεφάλι.
Έτσι ξέραμε πως πλησίαζαν οι άγιες μέρες. Όχι από το ημερολόγιο. Από τις μυρωδιές. Από τα χέρια μας, γεμάτα αλεύρι. Από τη σόμπα που έσβηνε σιγά-σιγά. Απ’ τα χέρια μας γεμάτα αλεύρι . Κι απ’ τη γιαγιά. Πάντα τη γιαγιά. Που ήξερε πως να ζυμώνει αναμνήσεις και να τις πλάθει σε μορφή τσουρεκιού.