Τα σπίτια του Εποικισμού
Στην Νέα Δήμητρα μετά την εγκατάσταση το 1924 χτίστηκαν τα σπιτάκια τού Εποικισμού .
Κάθε ένας έγινε και πάλι νοικοκύρης γιατί ήταν νοικοκυραίοι στην Πατρίδα !
Άφησαν την περιουσία τους ,το σπίτι , τούς σταύλους ,τις αποθήκες , τούς μπαχτσέδες !
Τα χωράφια είχαν ακόμη το «γέννημα ‘’ τής χρονιάς εκείνης και έφυγαν.
Ο ιδρώτας τους ήταν χυμένος στην γη τους και η δούλεψή τους πεταμένη.
Ήρθαν με την κρυφή ελπίδα ότι θα γυρίσουν πίσω ! Αλλά ψεύτικη αποδείχθηκε η προσμονή τους !
Το πήραν απόφαση και έκαναν την καρδιά τους πέτρα, για να νοιώσουν αυτόν τον τόπο , τόπο τους και κάποιοι το κατάφεραν.
Τον πόνεσαν κι αυτόν τον τόπο, τον καλλιέργησαν, τον αγάπησαν !
Στις ιστορίες τους ανέφεραν τα καλά της Πατρίδας και μιλούσαν με τις αναμνήσεις τους.
Η λέξη Πατρίδα ήταν η πιο γλυκιά λέξη μαζί με την λέξη Μάνα γιατί έτσι την ένοιωθαν !
Ήταν η Μάνα , που τούς γέννησε !
Και αυτός ο καινούργιος τόπος θα γινόταν η Μάνα των παιδιών τους.
Μαζί τους είχαν ό,τι μπόρεσαν να πάρουν , τα απαραίτητα, λίγα ρούχα και λίγα τρόφιμα.
Ανάμεσα στους « μπόγους’’ τα θυμητάρια τους, τα ενθύμιά τους και τυλιγμένες με άσπρες καθαρές πετσέτες ήταν οι εικόνες τού σπιτιού.
Η εικόνα της Παναγίας και τού Αγίου που είχαν Προστάτη !
Και κάπου εκεί στο «αλάι «, στην πομπή ήταν κι εκείνος που έκρυβε την πολύτιμη εικόνα τού Αγίου Γεωργίου…..ήταν η εικόνα της εκκλησίας μας, στην Πατρίδα και την έφερε με ευλάβεια εδώ !
Τα τρένα έφτασαν και τούς άφησαν στη γή που τούς περίμενε.
Για σκεφθείτε πόση ταλαιπωρία και κούραση πέρασαν , για να μετακινηθούν τόσοι άνθρωποι με μικρά παιδιά και ανήμπορους !
Τα σπιτάκια τού Εποικισμού μάζεψαν την οικογένειά τους .
Κάθε λεπτομέρεια από αυτά τα σπιτάκια φανερώνει τον αγώνα και την ανθεκτικότητα των προσφύγων δικών μας που έχτισαν ξανά την ζωή τους από το μηδέν προσπαθώντας να αναπληρώσουν τις απώλειες της Πατρίδας .
Είχαν λιγοστά πράγματα τα σπιτάκια τους και με την τέχνη τους έφτιαξαν «μιντέρια», χτιστά κρεβάτια , κοντά στα παράθυρα.
Στην κουζίνα με το χτιστό «τεζιάκκ» και το «μουσλούκκ δίπλα , έφτιαξαν με ξύλα πιατοθήκες.
Δίπλα στο παράθυρο ήταν το « μιντέρ « και το παράθυρο από πάνω είχε τα πλεκτά κουρτινάκια περασμένα σε μια σιδερένια ράβδο .
Η ξυλόσομπα ήταν στην άκρη τού δωματίου με τα μπουριά.
Στην αρχή είχαν τζάκια χτιστά και αργότερα πήραν τις ξυλόσομπες που τις έλεγαν ‘πάπιες ‘ αφού μετά ήρθαν ‘οι μασίνες ‘, που είχαν και φούρνο !
Το τραπέζι κυριαρχούσε στο δωμάτιο με δύο καρέκλες και είχε στρωμένο το υφαντό μπλέ ή άσπρο τραπεζομάντηλο.
Πάνω του ήταν ο δίσκος με την κανάτα και το νερό , σκεπασμένη με πετσετάκι πλεκτό και το ποτήρι δίπλα.
Στον τοίχο κρεμασμένο το «φανάρι» που ήταν ένα μεταλλικό έπιπλο με σίτα .
Εδώ έβαζαν τα φαγητά που προστατεύονταν από έντομα.
Το ξύλινο ντουλάπι έκρυβε τα τρόφιμά τους , « γιφκάδες» , τούς τραχανάδες , τα κουσκούσια και τα ζυμωτά ψωμιά.
Σε ένα καρφί κρεμασμένη η γκαζόλαμπα με το φυτίλι που την έπαιρναν μαζί τους, όταν ήθελαν να μετακινηθούν.
Εκείνο το «λαμπογιάλι» ! Πόση «γανάδα» στενοχώρια είχαν οι νοικοκυρές !
Ήταν δύσκολο στο καθάρισμα και έσπανε εύκολα !
Η νοικοκυροσύνη φαινόταν και από το γυάλισμα τής λάμπας τότε και έπλεκαν και « φουστανάκι « για το λαμπογιάλι !
Προχωράμε στα δωμάτια τού σπιτιού.
‘Ένα κρεββάτι που ήταν την αρχή αυτοσχέδιο ξύλινο . Μετά έγινε μεταλλικό, η λεγόμενη « καριόλα» .
Το στρώμα ήταν από μαλλιά προβάτων , που είχαν μπόλικα και στο κρεββάτι γύρω ο «κρεββατόγυρος» που ήταν ένα μακρόστενο ύφασμα γύρω από το κρεβάτι .
Τα άσπρα σεντόνια με τα μαξιλάρια στο κρεβάτι ήταν στολισμένα με τα αζούρια και τις δαντέλες .
Τα μαξιλάρια ήταν τού» λούσου’’ που τα έλεγαν φάκελλοι.
Στον τοίχο κρεμασμένη η «πάντα» που ήταν σαν ένα μικρό χαλάκι με ωραίες παραστάσεις.
Σε κάθε κρεββάτι υπήρχε η πάντα και στον τοίχο τού προσκέφαλου η νυφική φωτογραφία του ζευγαριού.
Τα ρούχα ήταν κρεμασμένα στα καρφιά στο τοίχο και σκεπασμένα με σεντόνι.
Αργότερα οι γονείς μας που ήταν μια γενιά παραπάνω, αγόρασαν καρυδένιο κρεββάτι και ντουλάπα με πόδια, που είχε μεγάλο καθρέφτη, στην μέση .
Ο καθρέφτης ανοιγε και τα δύο πλαϊνά ήταν σταθερά .
Είχε ένα χερούλι σάν μεγάλο μαργαριτάρι ή διαμάντι και δύο συρτάρια από κάτω εξωτερικά , με τα ίδια χερούλια.
Αυτόν το καθρέφτη χρειάστηκε πολλές φορές να τον αλλάξουν οι γονείς γιατί πάντα έσπαζε !
Άνοιξε- κλείσε εμείς οι μικρούλες εκεί κρύβαμε τα καινούργια μας φουστανάκια.
Όλοι είχαν σχεδόν τα ίδια έπιπλα και δεν υπήρχαν πολλές επιλογές .
Γι’ αυτό όταν τα θυμόμαστε όλοι μιλάμε για τα ίδια σχέδια.
Το κεντρικό δωμάτιο τού σπιτιού το έλεγαν σαλόνι.
Εκεί είχε το μεγάλο τραπέζι με τα λιονταρίσια πόδια και στο τελείωμα πάνω τού στριφτά σκαλιστά σχέδια .
Οι καρέκλες ήταν ντυμένες με ύφασμα και είχαν τα ίδια πόδια με το τραπέζι.
Στον τοίχο απέναντι ήταν ο μπουφές με πορτάκια που είχαν γυάλινα χερούλια συνήθως. Είχε τζαμάκια και φαίνονταν τα ωραία πορσελάνινα φλυτζάνια!
Πάνω στον μπουφέ ήταν ο δίσκος με την χρωματιστή καράφα και τα μικρά ποτηράκια τού λικέρ και δίπλα η σοκολατιέρα από πορσελάνη με ποδαράκια.
Η σοκολατιέρα πάντα ήταν άδεια γιατί οι μαμάδες μας έκρυβαν τις μαργαρίτες,τα σοκολατάκια για τούς» μουσαφιραίους’η «μισαφίρηδες» και γέμιζε μόνο τις γιορτινές μέρες.
Στο σαλόνι σε μία γωνιά ψηλά ήταν το Εικονοστάσι με την καντήλα.
Ήταν ένα μικρό επιπλάκι σαν ντουλαπάκι .
Μέσα ήταν τα εικονίσματα και φυλούσαν τον αγιασμό, τον ξεραμένο βασιλικό από την εκκλησία από την ημέρα της Σταυροπροσκυνήσεως και το ξεραμένο λουλουδάκι ,που δίνει ο παπάς στον Επιτάφιο .
Η μαμά μου είχε και ένα μικρό κομματάκι ύφασμα από την Αγία Τράπεζα ,που μοιράστηκε στους χωριανούς κατά τα εγκαίνια τής εκκλησίας μας, το έτος 1955.
Όλα αυτά που έκρυβε το Εικονοστάσι χρησίμευαν για θεραπεία, όταν αρρώσταινε κάποιος .
Κάθε αντικείμενο στα σπίτια του Εποικισμού κουβαλάει μια μικρή ιστορία της καθημερινότητας και της αγάπης των προσφύγων για την ζωή .
Κάθε κομμάτι δείχνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αυτοί κατάφεραν να προσαρμοστούν διατηρώντας τις παραδόσεις τους σε νέες συνθήκες !
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023