Τα Παιδικά Χρόνια της Ανέχειας
Τα χρόνια της ανέχειας ήταν χρόνια σκληρά, μα και γεμάτα όνειρα για τα παιδιά της Νέας Δήμητρας. Οι οικογένειες είχαν έρθει πρόσφυγες από την Πατρίδα, με το χώμα της Ανατολικής Θράκης ακόμη στα χέρια τους . Προσπαθούσαν να ριζώσουν σ’ αυτόν τον καινούργιο τόπο, να πιάσουν γη και να την κάνουν δική τους. Οι γυναίκες φορούσαν μαντήλες και δούλευαν στα χωράφια πλάι στους άνδρες τους κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού και οι άντρες, με χέρια ροζιασμένα, έσκαβαν τη γη και την ψυχή τους μαζί. Πάσχιζαν να ριζώσουν στον νέο τόπο, να στεριώσουν σπίτια και καρδιές. Όλοι πρόσφεραν το κομμάτι της ψυχής τους ,μικροί και μεγάλοι.
Ο Φώτης ο Γιοβαντσάκης ,ο γιός του Απόστολου και της Εψεβίας , μικρό παιδί τότε, δεν ήξερε από μεγάλα λόγια , μόνο από κόπο και χαρά. Όταν τελείωναν οι δουλειές της δικής του οικογένειας, έψαχνε πάντα τρόπο να βοηθήσει κι αλλού. Ένα χαρτζηλίκι ήταν αρκετό για να τον στείλει στον μπακάλη τον Κεμπαπτσόγλου, εκεί που τα βαζάκια με τα ζαχαρωτά έμοιαζαν με θησαυρούς. Λίγες καραμέλες ή μια μαστίχα ήταν αρκετές για να τον κάνουν ευτυχισμένο.
Στη γειτονιά, ο Τάσος το Τσακάκκ με το κάρο του κουβαλούσε τα άχυρα για τα ζωντανά.
Το κάρο του ήταν θεόρατο .Οι λεγόμενες «τσίτες» σηκώνονταν ψηλά, ξύλινα παραπέτα δεμένα με σύρμα κι έμοιαζαν με φρούριο έτοιμο να υποδεχτεί τα χρυσά δεμάτια. Ο Φώτης ζήτησε να βοηθήσει. Σκαρφάλωνε με προσοχή πάνω στις τσίτες και από το παράθυρο του αχυρώνα, πετούσε μέσα το άχυρο με παιδική περηφάνια. Στο τέλος, ιδρωμένος μα χαρούμενος, έπαιρνε την ανταμοιβή του από τον θείο Τάσο. Όμως εκείνος είχε κι άλλη επιθυμία φωλιασμένη στο μικρό του μυαλουδάκι. Να δανειστεί το ποδήλατο του θείου.
Το ποδήλατο ήταν όνειρο μακρινό, σχεδόν μαγικό, για τα περισσότερα παιδιά. Λίγοι είχαν την τύχη να το καβαλικεύσουν, να νιώσουν τον αέρα να τους χτυπά το πρόσωπο, να τρέχουν χωρίς σύνορα. Ο Τάσος συμφώνησε και ο Φώτης, με καρδιά που πετούσε σαν τα πουλιά του καλοκαιριού, έκανε βόλτες πάνω-κάτω στα σοκάκια της Νέας Δήμητρας. Ο κόσμος γινόταν πλατύς, τα όνειρα πιο κοντά.
Το ποδήλατο, πράσινο και λαμπερό, έμοιαζε με άλογο φτερωτό. Ήταν όνειρο άπιαστο για πολλά παιδιά , ένας θησαυρός με δύο ρόδες. Ο Τάσος, που έβλεπε το φως στα μάτια του μικρού, του το έδινε με ένα νεύμα. Κι ο Φώτης, με την καρδιά να φτερουγίζει, έκανε βόλτες. Κάθε στροφή του πεταλιού ήταν ταξίδι, κάθε σούρσιμο της ρόδας πάνω στο χώμα μια μελωδία καλοκαιριού.
Ήταν εκείνα τα χρόνια που, με τόσα λίγα πράγματα, τα παιδιά ήξεραν να γεμίζουν τις μέρες τους. Μια χούφτα άχυρα, λίγα ζαχαρωτά και ένα δανεικό ποδήλατο, όλα έμοιαζαν πολύτιμα. Μέσα στα παιδικά τους μάτια, κάθε στιγμή έλαμπε σαν χρυσός και ο κόσμος, όλος, φάνταζε σπουδαίος και μεγάλος .
Στην αυλή του κόσμου τους, τα όνειρα γεννιόνταν κάθε πρωί κι έσβηναν κάθε βράδυ κάτω από τα άστρα, για να ξαναγεννηθούν την επόμενη μέρα, πιο δυνατά. Κι ο Φώτης, με το τιμόνι σφιχτά στα μικρά του χέρια, ήξερε πως εκείνα τα καλοκαίρια, όσο φτωχά κι αν ήταν, θα τα κουβαλούσε στην ψυχή του για πάντα.
Σήμερα, 1η Ιουνίου του 2025, καθίσαμε στην Πλατέα της Νέας Δήμητρας, κάτω απ’ τον ίσκιο του μεγάλου πλάτανου. Ο Φώτης Γιοβαντσάκης μεγάλος πια, με βλέμμα που έλαμπε από μνήμη και συγκίνηση, μου διηγήθηκε αυτήν την ιστορία από την παιδική του ηλικία . Τα μάτια του έπαιζαν ανάμεσα σε δάκρυα και χαμόγελα και η φωνή του έτρεμε όπως τα φύλλα στον άνεμο. Καθώς τον άκουγα, ένιωσα πως εκείνες οι παιδικές βόλτες με το ποδήλατο δεν ήταν απλώς παιχνίδι. Ήταν η ίδια η ζωή , απλή, αληθινή και πολύτιμη, όπως τα όνειρα που δεν ξεθωριάζουν ποτέ.
Δίπλα του καθόταν ο φίλος του, ο Σωτήρης Σαρβανιτίδης, που τον άκουγε σιωπηλός. Καθώς ο Φώτης μιλούσε, τα μάτια του Σωτήρη βούρκωσαν ,γιατί κι εκείνος θυμήθηκε τα χρόνια εκείνα, τότε που οι μικρές χαρές άξιζαν όσο ένα ολόκληρο βασίλειο.