Τα Παιδιά που Έλειπαν  

Τα Παιδιά που Έλειπαν  

Τα πρώτα χρόνια στη Νέα Δήμητρα ήταν δύσκολα. Σπίτια χωμάτινα, νερό από το πηγάδι, ξύλα για ζέσταμα. Οι άντρες σήκωναν πέτρες και σίδερα, οι γυναίκες σήκωναν παιδιά και σιωπές. Όμως η φτώχεια δεν ήταν το χειρότερο. Εκείνο που τους τσάκιζε ήταν οι αρρώστιες. 

Οι μεγάλοι άντεχαν , ποιος ξέρει πώς. Ίσως γιατί έπρεπε να αντέξουν. Όμως τα νεογέννητα, αδύναμα και τρυφερά, δεν είχαν άλλη άμυνα. Πνευμονία, γαστρεντερίτιδα, πυρετοί ασταμάτητοι. Ήταν οι μάστιγες της εποχής. Έφευγαν σαν σκιές προτού μάθουν τη φωνή της μάνας τους. Οι μεγάλοι, ήταν σκληραγωγημένοι. Πέρασαν πολέμους, ξεριζωμούς, νύχτες μέσα σε στάχτη. Ίσως η ψυχή να είχε χτίσει ανοσία. Δεν ήταν πολλοί που έσβησαν από τις ασθένειες. Αντίθετα, οι πιο ευάλωτοι ήταν τα μωρά. Τα νεογέννητα. Αυτά τα μικρά φώτα που δεν πρόλαβαν να ανάψουν καλά-καλά. 

Ήταν πολλά τα σπίτια που είδαν τα λευκά σπάργανα να γίνονται σεντόνια. Ήταν πολλές οι μάνες που κράτησαν άδεια χέρια και μάτια πρησμένα. Και πέρασαν τα χρόνια… Κι όπως αντάμωνες τις γειτόνισσες στα πανηγύρια, στις εκκλησιές, στα τρισάγια, μάθαινες. “Κι εμάς μας πέθανε το πρώτο”, “Κι εμένα το δεύτερο δεν το είδα να περπατά”. 

Μα δεν τα ξέχασαν ποτέ. Ούτε ένα. Στα τρισάγια, όταν οι παπάδες μνημόνευαν ψυχές και χρόνια, πάντα ακουγόταν ένα μυστικό όνομα. Ένα παιδικό όνομα που δεν πρόλαβε να γίνει φωνή. Και τότε, μέσα στον ψίθυρο του λιβανιού, ξαναζωντάνευε για λίγο. Ήταν εκεί. Στις καρδιές που το φύλαγαν. Στις γυναίκες που δεν ξέχασαν. Στους άντρες που σιωπούσαν. 

Τα πρώτα παιδιά. Αυτά που δεν πρόλαβαν να γίνουν φωτογραφία. Μόνο μνήμη. 

Κάθε οικογένεια, σχεδόν κάθε μία, είχε έναν μικρό τάφο να μνημονεύει. Ένα όνομα. Ένα μνημόσυνο. Μια φωτογραφία που δεν πρόλαβε να βγει ποτέ. Οι μάνες τους δεν μιλούσαν. Μα στα τρισάγια έτρεχαν τα δάκρυα .  

Ο Πολυχρόνης ο Γκάιτατζης  μεγάλωσε σε ένα σπίτι με πολλή αγάπη και λίγα λόγια. Ήταν δεκατριών όταν πρόσεξε εκείνο το πλαίσιο στο εικονοστάσι. Δεν είχε φωτογραφία, μονάχα ονόματα , Βασιλικός, 1929, Μαρία 1931, Νικόλας1933 , Αναστάσης 1936, Αννίτσα 1940 , Λουλούδης 1945.  Δεκατρία παιδιά γέννησε η Δαφνιώ, η μάνα του ,  και έζησαν τα εφτά .  Δυσεντερία έλεγαν οι παλιοί . Μια αρρώστια που δεν άφηνε κανέναν να ζήσει .  

Ρώτησε δειλά τη μάνα του, τη Δαφνιώ . Εκείνη έστρεψε αλλού το βλέμμα. 

” Ήταν νωρίς… πολύ νωρίς” , ψέλλισε. Τους  χάσαμε από αρρώστια . 

Το βράδυ, πήρε θάρρος και ρώτησε τον πατέρα του, τον Θανάση.  

Ο πατέρας Θανάσης  κοντοστάθηκε. 

“Ο πρώτος μας γιος», είπε. «Δυο χρονώ. Δεν άντεξε το χειμώνα. Δεν είχαμε τότε γιατρούς, παιδί μου. Ούτε ξύλα καλά-καλά…” και αργότερα αλλά πέντε ,που χάθηκαν κι αυτά .  

Ο Πολυχρόνης ένιωσε ένα άδειο σημείο μέσα του να γεμίζει. Δεν ήξερε με τι. Ούτε λύπη ήταν, ούτε παράπονο. Ήταν η αίσθηση πως κάποιοι λείπουν  και πάντα θα λείπουν .  Κι από τότε, όταν άναβε κερί, το έκανε και για  αυτούς που δεν γνώρισε. Τον Βασιλικό , τον Νικόλα , τη Μαρία , την Αννίτσα ,τον Αναστάση και τον Λουλούδη .  

Εβδομήντα χρόνια μετά , ο εγγονός του Πολυχρόνη   κατέβηκε στη Νέα Δήμητρα . Είχε ακούσει ιστορίες για τον τον παππού του και τη γιαγιά του. Όμως άλλο τον είχε φέρει εκεί. Ένα χαρτάκι που βρήκε σε κουτί με οικογενειακά ενθύμια. 

“Αν πας ποτέ στη Νέα Δήμητρα, άναψε ένα κερί για τα παιδιά αυτά . Και έγραφε τα ονόματά τους . Θα τα βρεις στο πίσω μέρος, δίπλα  στην μεγάλη τσαραπιδιά . 

Περπάτησε ως τα μνήματα . Τα βρήκε. Ήσυχα . Ταπεινά. Μικροί τάφοι, πέτρινοι  σταυροί ,πράσινοι από την υγρασία , σχεδόν ξεθωριασμένοι. 

Έσκυψε. Άφησε ένα λευκό αγριολούλουδο. Δεν είπε τίποτα. Μόνο στάθηκε. 

Και τότε κατάλαβε. Πως δεν έρχεται κανείς απ’ το πουθενά. Πως τα αόρατα νήματα της οικογένειας είναι δεμένα με ψυχές που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν, αλλά δεν έφυγαν ποτέ. 

Έμεινε λίγα λεπτά εκεί. Έπειτα έκανε το σταυρό του κι έφυγε. Μα στον δρόμο του γυρισμού, ένιωθε πιο γεμάτος. Γιατί ήξερε πια πως δεν γύρισε απλώς στον τόπο των προγόνων του. Γύρισε στο σπίτι. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή