Τα Ονόματα που Χάθηκαν 

Τα Ονόματα που Χάθηκαν 

Υπήρχαν κάποτε ονόματα που ακούστηκαν στη Νέα Πατρίδα, μα δεν ρίζωσαν. Περάσανε σαν ίσκιοι, ψιθυρισμένα από τα χείλη των πρώτων προσφύγων, γραμμένα βιαστικά στα κιτάπια της καταγραφής, και ύστερα σβήστηκαν. Άλλα τα πήρε ο δρόμος, ακολουθώντας διαφορετικούς προορισμούς, σε πόλεις και χωριά που τους φάνηκαν πιο φιλόξενα, πιο κοντινά στις ανάγκες τους. Άλλα έσβησαν μαζί με εκείνους που τα κουβαλούσαν, γιατί δεν απέκτησαν απογόνους, κανέναν να κρατήσει το όνομά τους ζωντανό. 

Εκείνα τα ονόματα ανήκαν σε ανθρώπους που περπάτησαν τα ίδια μονοπάτια της προσφυγιάς, που κουβάλησαν την ίδια απώλεια, που είχαν αφήσει πίσω τους τις ίδιες αυλές, τις ίδιες πέτρες χαραγμένες από γενιές. Μα όταν έφτασαν, το χώμα της Νέας Πατρίδας δεν τα κράτησε. Και έτσι, όσα δεν χαράχτηκαν σε ταφόπλακες, όσα δεν προχώρησαν σε γενεές, έμειναν μόνο ως ψίθυροι στις μνήμες των παλιών. 

Υπήρχαν στιγμές που κάποιος γέρος ανέφερε ένα τέτοιο όνομα σαν μια αναλαμπή του παρελθόντος που ξεστράτισε μέσα στη συζήτηση. «Θυμάσαι τους Αυτζόγλου;» μπορεί να έλεγε, και οι γύρω του να στέκονταν σκεπτικοί, να ψάχνουν στο νου τους κάποιον απόγονο, κάποιο σημάδι τους, μα τίποτα. «Έφυγαν…» απαντούσε κάποιος άλλος, με τη φωνή του να χαμηλώνει, όπως πάντα όταν μιλούσαν για κάτι που είχε πια χαθεί. 

Και υπήρχαν κι εκείνα που άλλαξαν τόσο, που δεν θα τα αναγνώριζε κανείς αν τα άκουγε σήμερα. Από Παπάζογλου έγιναν Παπαδόπουλοι, από Μιχαηλίδηδες έγιναν Καλφόπουλοι, από Γιάγκογλου έγιναν Ιωαννίδηδες. Κι όμως, κάπου βαθιά στις γενεές, ίσως να υπάρχει ακόμα κάποιος που θυμάται πως στην Πατρίδα τα έλεγαν αλλιώς. 

Μα εκείνα που έσβησαν εντελώς, εκείνα που δεν ακούστηκαν ξανά, δεν είχαν δεύτερη ευκαιρία. Δεν έγιναν πέτρες σε κατώφλια, δεν γράφτηκαν σε σκαλιστές ταμπέλες μαγαζιών, δεν ειπώθηκαν σε πανηγύρια και βαφτίσια. Ήταν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Και όμως, υπήρξαν. Περπάτησαν, μίλησαν, αγάπησαν, πάλεψαν να στεριώσουν, κι έπειτα, χωρίς να το ξέρουν, έγιναν σιωπή. 

Αυτοί που ήρθαν στη Νέα Δήμητρα ήταν οι  Αυτζόγλου, οι Μιχαλακόπουλοι οι Γιαννακόπουλοι ,οι Τεπελήδες  ,οι Παρασκευόπουλοι ,οι Βαλσαμίδηδες, οι Καραγκιόζηδες, οι Ραντόπουλοι ,οι Καραμόσχου και οι Καραμόσχογλου , οι Μαρμαρίδηδες ,οι Χριστοδουλίδηδες , οι Λαγόπουλοι , οι Λαζαριώτη , οι Διακόπουλοι ,οι Ζαρζουλάδες ,οι Καραγιαννίδηδες , οι Μανωλακάκη, οι Κεχραδάδες ,οι  Καραμαλάκηδες ή Καραμανώληδες , οι Στραντζάκηδες, οι Εμμανουήλογλου  , οι Καμπουρίδηδες ,οι Μπαχαρίδηδες ,οι Καρνέτατζη , οι Κωνσταντινίδηδες ,οι  Κόψαληδες ,οι Μοσχίδηδες ,οι Βεργουλάκη , οι Τατάρογλου ,,οι Σημεριάδου ,οι Μπόσκου, οι Τσιφουτάκη , οι  

Αυτοί  που εγκαταστάθηκαν αλλού . Ήταν οι  Αντωνιάδου, οι Αποστολίδου,  οι Κωνσταντίνου,  οι Ακλαλιώτες, οι Οκλαλήδες, οι Οκλαλιώτες ,οι Καλογλίδη, οι Βαφειάφηδες  ,οι Βασιλειάδη ή Αποστολίδη ,οι Γιάγλου , οι  Δεληγιαννίδη , οι Δημητριάδηδες ή Κωνσταντινίδηδες, οι Καμπουρίδη, οι Λεονταρίδη ή Λεονταρή , οι Λυμπέρηδες ή Καλλιώτη ή Λυμπεριάδης ,οι Τσαμπάζη ,οι  Στογιαννίδηδες ,οι Σαμαράδες ,  οι Δημολαΐδου ,οι Δοντόπουλοι οι Μπαλαμπανίδηδες.  Τους θυμόντουσαν οι παλιοί, μα μόνο ως ανάμνηση. Όταν περνούσε ένας ξένος και ρωτούσε, κανείς δεν ήξερε να πει ποιοι ήταν οι τελευταίοι από αυτούς. 

Οι Ανδρικόπουλοι ή Κοσμάνηδες,  οι Αγαλανιώτες ή Βογιαννάκηδες, οι Ανακταρτζήδες, οι Νεδελτσίδηδες ή Νεδέλτσοι ,οι Μαργαρίτη ,οι Παρπαρή ή Τσαγουρή, οι Οτατζήδες  ή Οτατζόγλου ,οι  Πάντζη … Ονόματα χαραγμένα σε παλιά τεφτέρια, σε συμβόλαια που πια δεν είχαν καμμία αξία. 

Οι Βαφειάδου, οι Βασιλειάδηδες ή Αποστολίδηδες, οι Γρηγορίου, οι Γιάγλου, οι Παχτσεβάνηδες, οι Πεγιου ,οι Πιπίδηδες  ή Σταματίου… Ίσως κάποιος να τα θυμόταν σε μια συζήτηση, να ρωτούσε «Τι να έγινε εκείνος ο Βαλσαμίδης;», μα να μην υπήρχε κανείς να απαντήσει. 

Οι Χριστοδουλίδηδες ,οι Ραντόπουλοι, οι Εμμανουήλογλου… Ίσως κάποιο λιθάρι, κάποιος σταυρός ξεχασμένος στο παλιό νεκροταφείο να τους θυμόταν ακόμα, μα η ζωντανή φωνή είχε σβήσει. 

Οι Καραγκιόζηδες, οι Κωνσταντινίδηδες , οι Κόψαληδες, οι Καλογλίδηδες, οι Καμπουρίδηδες, οι Καραμανλάκηδες ή Καραμανώληδες… Άλλοτε γέμιζαν τις πλατείες και τις αυλές με τις ιστορίες τους, τώρα μόνο η ηχώ μιας παλιάς κουβέντας μπορούσε να τους ξαναφέρει για λίγο στο φως. 

Οι Καραμόσχοι ή Καραμόσχογλου, οι Κυριάκογλου, οι Στραντζάκηδες… Πέρασαν σαν ίσκιοι, ακούστηκαν για λίγο στα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς, κι ύστερα χάθηκαν.Οι Λυμπέρηδες ή Καλλιώτηδες ή Λυμπεριάδηδες, οι Στογιαννίδου, οι Σαμαράδες, οι Τσαμπάζηδες, οι Τεπελήδες… Κάποιοι έφυγαν για πιο μεγάλες πόλεις, για τόπους όπου πίστεψαν ότι θα βρουν περισσότερες ευκαιρίες. 

Οι Μπαλαμπανίδου, οι Μπαχαρίδηδες,  οι Μοσχίδηδες, οι Νεδελτσίδηδες ή Νεδέλτσοι, οι Μαργαρίτηδες… Ονόματα που άλλοτε ήταν κομμάτι της καθημερινότητας, μα τώρα δεν είχαν πια φωνή να τα προφέρει. 

Οι Παρπαρήδες ή Τσαγουρήδες, οι Οτατζήδες ή Οτατζόγλου, οι Πάντζηδες, οι Παχτσεβάνηδες, οι Πέγιου, οι Πιπίδηδες ή Σταματίου… Μονάχα οι πιο παλιοί τα μνημόνευαν πού και πού, σε κουβέντες που έσβηναν μαζί με τον χρόνο. 

Οι Μιχαλακόπουλοι, οι Γιαννακόπουλοι, οι Χριστοδουλίδηδες, οι Λαγόπουλοι, οι Λαζαριώτες… Στα αρχεία ίσως να υπήρχαν ακόμα, μα ποιος τα θυμόταν πια ζωντανά; 

Κι όμως, κάποτε, περπάτησαν στους ίδιους δρόμους, έστησαν σπίτια, έψαξαν να βρουν μια νέα αρχή. Μα δεν έμεινε κανείς να τους συνεχίσει, να πει το όνομά τους ξανά στο σήμερα. 

Αλλά η σιωπή δεν σημαίνει λήθη. Ίσως μια μέρα, κάποιος ξεφυλλίζοντας ένα κιτρινισμένο χαρτί, ή ακούγοντας μια κουβέντα των γερόντων, ρωτήσει: 

«Πώς τους έλεγαν στην Πατρίδα;» 

Και τότε, για μια στιγμή, όλα τα ξεχασμένα ονόματα θα ζωντανέψουν ξανά. 

Αλλά η σιωπή δεν σημαίνει λήθη. Σημαίνει πως κάποτε, κάπου, κάποιος θα ρωτήσει: «Πώς ήταν το όνομα στην Πατρίδα;» 

Και για μια στιγμή, ένα κομμάτι του παρελθόντος θα ξαναγεννηθεί. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή