Τα Ξύλα του Βουνού και η Ζεστασιά του Κυρ-Εύθυμη.
Ήταν εποχές αλλιώτικες, δύσκολες κι ωραίες, τότε που οι άνθρωποι, δίχως να παραπονιούνται, έβαζαν πλάτη στη ζωή. Οι Νεοδημητριώτες, άνθρωποι του κάμπου, δεν είχαν δάση στο χωριό τους, ούτε πυκνές φυλλωσιές να κάψουν για τον φούρνο ή τη σόμπα του χειμώνα. Κι έτσι, όταν πλησίαζε το φθινόπωρο και η ανάγκη για ξύλα μεγάλωνε, ετοίμαζαν κάρα και άλογα και τραβούσαν για τα βουνά, στα χωριά των Κρουσίων. Τα βουνοχώρια τα έλεγαν κι ήταν στ’ αλήθεια ένας άλλος κόσμος από ρετσίνι και υγρασία.
Ο δρόμος ήταν μακρύς. Περνούσαν από το Κιλκίς, την Αργυρούπολη, το Διπόταμο, κι έβγαιναν στο Κουρκούτ, τη σημερινή Τέρπυλο , ένα χωριό στρατηγικό, σχεδόν πύλη για τα δάση που απλώνονταν βορειότερα, στα Κρούσια.
Οι άντρες, ο Σταματιάδης ο Σαράντης, ο Χριστόδουλος Αξονίδης με τον γιο του τον Στέργιο, ο Στεργάκος ο Σωτηριάδης, ο Θανάσης ο Τριανταφυλλίδης, ο Δημητρός ο Κυριακίδης με τον αδελφό του τον Κωνσταντή , έκαναν στάση εκεί. Εκεί, κάπου στο μέσο της διαδρομής, τους περίμενε πάντα η ίδια θαλπωρή, το σπίτι του κυρ-Εύθυμη του Παυλίδη.Εκεί, στην Τέρπυλο, υπήρχε ένα σταθερό λιμάνι για όλους τους περαστικούς, το σπίτι του κυρ-Εύθυμη Παυλίδη. Πόντιος πρόσφυγας κι αυτός, γνώριζε τον πόνο του ξενιτεμένου, τον κάματο του χωρικού, την ανάγκη για μια ανοιχτή πόρτα στο μέσο του δρόμου. Η αυλή του ήταν πάντα ανοιχτή, η σκεπή του σπιτιού σκέπαστρο και για τους ξένους, η κατσαρόλα της κυρά-Μάρθας γεμάτη τσορμπά ,ένα ζεστό, πηχτό φαγητό που άχνιζε και μοσχοβολούσε. Μαζί πιροσκί με πατάτα και κρεμμύδι ,ένα φαγητό που το έλεγαν εβριστόν , ένα μικρό γεύμα, αλλά βγαλμένο απ’ την καρδιά. Ένας Πόντιος φιλόξενος, καρδιά ανοιχτή, με τα χέρια σπαρμένα στην καλοσύνη ήταν ο κυρ- Ευθύμης . Καθόντουσαν στο πεζούλι, έπιναν λίγο νερό απ’ τη στέρνα, κουβέντιαζαν ήσυχα, ανταλλάσσοντας νέα από τα χωριά του κάμπου. Κάτω από τη μεγάλη μουριά , στην αυλή ,άφηναν τα ζώα να ξεκουραστούν και τα έδιναν νερό από το πηγάδι της . Ήταν όλοι τους γνώριμοι μεταξύ τους, δεμένοι με τις κοινές ανάγκες και τις κοινές αναμνήσεις. Άνθρωποι απλοί, μα με ψυχές βαθιές και αληθινές.
Από το Κιουρκούτ ως το Παπράτ ,το χωριό που κρυβόταν ψηλότερα, στις παρυφές του δάσους ,είχαν μπροστά τους ώρες δρόμου. Εκεί, έκοβαν με τα χέρια τους μεσέδες , μπογιές , οξιές, καργάτσια , βελανιδιές τα γνωστά πελίτια , φόρτωναν τα κάρα με γαβράκια, ελαφριά ξύλα και πουρνάρια, που τα κρατούσαν για τους φούρνους και τα τζάκια. Ήταν δουλειά βαριά, μα τα έκαναν όλα σιωπηλά, με υπομονή και μαστοριά.
Τα κάρα έρχονταν ένα-ένα από τη Νέα Δήμητρα, το Αβρέτ Χισάρ, το Αποστολάρ το Θρακιώτικο κι από άλλα χωριά του κάμπου. Από τη Νέα Δήμητρα ήταν ο Σαράντης ο Σταματιάδης, ο Χριστόδουλος ο Αξονίδης με τον γιο του τον Στέργιο, ο Στεργάκος ο Σωτηριάδης, ο Θανάσης ο Τριανταφυλλίδης, ο Δημητρός ο Κυριακίδης με τον αδελφό του τον Κωνσταντή. Άντρες δυνατοί, με χέρια σκασμένα από την πέτρα και την αξίνα, μα με μάτια καθαρά.
Από το Κιουρκούτ είχαν ακόμη δρόμο. Κι ανέβαιναν πιο ψηλά, στα παλιά, πυκνά δάση του Παπράτ. Εκεί, στα υγρά χώματα και στις ράχες, έκοβαν μεσιές και οξιές, μάζευαν γαβράκια και πουρνάρια, για να ζεσταθεί το σπίτι, για να ψηθεί το ψωμί.
Οι φιλίες που γεννήθηκαν τότε, μέσα στις ανηφόρες και τις στάσεις, κρατήθηκαν στο χρόνο σαν ρίζες βαθιές. Ο κυρ-Εύθυμης δεν ξεχνούσε ποτέ τους φίλους του από τη Νέα Δήμητρα. Σε κάθε του συνάντηση με συγχωριανούς τους, έστελνε χαιρετίσματα, κι αυτοί, με σεβασμό και συγκίνηση, τα ανταπέδιδαν, θυμούμενοι τη ζεστασιά και τη φιλοξενία, το τσουκάλι που δεν έσβηνε και την πόρτα που δεν έκλεινε ποτέ.
Κι ήρθε η σημερινή μέρα, η 25η Απριλίου 2025. Η κόρη του, η Ελένη Παυλίδου, στάθηκε στη μνήμη κι άνοιξε το σεντούκι της καρδιάς της. Θυμήθηκε τους παλιούς φίλους του πατέρα της και τους μνημόνευσε με αγάπη και περηφάνια. Γιατί τα βήματα εκείνων, όσο κι αν τα σκέπασε ο καιρός, αντηχούν ακόμη στα χώματα των Κρουσίων, στα σοκάκια του Κιουρκούτ και στις αυλές των χωριών που έμαθαν τι σημαίνει φιλία, κόπος και τιμή.
«Θυμάμαι τα κάρα…»
Αφήγηση της Ελένης Παυλίδου, χωριό Τέρπυλος στα Κρούσια του Κιλκίς .
Θυμάμαι τα κάρα. Μεγάλωσα μ’ αυτά. Όχι πως ήμουν εγώ πάνω τους, ούτε πως τα οδήγησα ποτέ, ήμουν κορίτσι και τότε τα κορίτσια κρατούσαν το σπίτι, όχι τα ηνία. Μα τα κάρα περνούσαν απ’ την αυλή μας, σταματούσαν, σκονίζανε τον δρόμο, γεμίζανε με φωνές και ανθρώπους τα παιδικά μου απογεύματα.
Ήταν φθινόπωρο συνήθως, τέλη Σεπτέμβρη ή αρχές Οκτώβρη, τότε που οι άνθρωποι του κάμπου ετοιμάζονταν για τον χειμώνα. Από τη Νέα Δήμητρα έρχονταν πρόσφυγες όλοι τους, σαν κι εμάς, με τα παλιά ξύλινα κάρα και τα γεροδεμένα άλογά τους. Οι τροχοί έτριζαν στο καλντερίμι και η σκόνη καθόταν πάνω στις πλάτες τους. Τους ήξερα με τα μικρά τους ονόματα: Σαράντης, Χριστόδουλος με τον μικρό του, τον Στέργιο, Θανάσης ο Τριανταφυλλίδης, ο Στεργάκος ο Σωτηριάδης… Όλοι τους καλοί άνθρωποι.
Ο πατέρας μου, ο Ευθύμης, τους άνοιγε την πόρτα προτού καν χτυπήσουν. Είχα την εντύπωση πως τους περίμενε κάθε χρόνο, σαν φίλους που λείψανε από ταξίδι και γύρισαν. Έμπαιναν με σεβασμό, έβγαζαν τα καπέλα τους, κάθονταν στο πεζούλι. Η μάνα μου, η κυρά-Μάρθα, έβγαζε τσορμπά από την κατσαρόλα ,σούπα χορταστική, με κορκότο και πασκιτάν την έτρωγαν με μια ευγένεια που μου έκανε εντύπωση. Δεν ήταν ζητιάνοι, ήταν φιλοξενούμενοι. Και μας τιμούσαν με την παρουσία τους.
Και μετά έφευγαν για τα βουνά, φορτωμένοι με τσεκούρια και μαντίλια δεμένα στο κεφάλι, να πάνε στο Παπράτ να κόψουν ξύλα , μεσιές και πουρνάρια, τα καλύτερα για τον χειμώνα. Πόσο ήθελα να τους ακολουθήσω κι εγώ… μα δεν γινόταν.
Όταν γύριζαν , δυο μέρες μετά, τρεις, ήταν κουρασμένοι, μα ευχαριστημένοι. Ξύλα γερά, φορτωμένα σωστά, κάρα έτοιμα για τον κάμπο. Ο πατέρας μου τους περίμενε και πάλι, με ρακί αυτή τη φορά και παστό, και καθόντουσαν ώρες και κουβέντιαζαν.
Μερικά βράδια, έμεναν στο σπίτι. Είχαμε ένα δωμάτιο με ξύλινο πάτωμα, παπλώματα βαριά και κουβέρτες που ‘χε υφάνει η μάνα μου στον αργαλειό. Το πρωί έφευγαν πριν ακόμη χαράξει καλά-καλά και η αυλή μας άδειαζε πάλι, ώσπου να ξανάρθει η ώρα του χειμώνα.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο πατέρας πέθανε. Η μάνα έμεινε σιωπηλή. Οι φίλοι του πατέρα πέρασαν κι αυτοί στην αιωνιότητα, κι εγώ έμεινα με τις μνήμες.
Μα κάθε φορά ,όπως και σήμερα , κάτι με πιάνει και θυμάμαι. Θυμάμαι το όνομα του Σταματιάδη, του Σωτηριάδη, του Κυριακίδη. Θυμάμαι τα κάρα και τα χλιμιντρίσματα, τη σκόνη και τις φωνές, τη σούπα και τα χαμόγελα.
Κι έτσι, για μια στιγμή, τους φέρνω πάλι κοντά μου. Κι ας είναι μόνο με τις λέξεις.