Τα Κιτρινισμένα Βιβλία της Μνήμης
Η βαριά ξύλινη πόρτα της Μητρόπολης Δέρκων ,που ανήκαν τα χωριά μας στην Πατρίδα, άνοιξε αργά, σαν να άφηνε τον χρόνο να κυλήσει μαζί της. Ο γραμματέας, με μια καλοσυνάτη, σχεδόν τελετουργική κίνηση, μας οδήγησε στη βιβλιοθήκη. Εκεί, μέσα σε ράφια που έγερναν ελαφρώς από το βάρος των χρόνων, στέκονταν τα βιβλία της μνήμης. Βιβλία που κρατούσαν μέσα τους γενιές ολόκληρες, ανθρώπους που έζησαν, αγάπησαν, έδωσαν όρκο ενώπιον Θεού και ανθρώπων, βάφτισαν τα παιδιά τους με ονόματα βγαλμένα από τη στοργή και την απώλεια.
Τα δάχτυλά μας χάιδεψαν απαλά τις σελίδες. Η αδελφή μου , η Κερανιώ, βρήκε πρώτη το βαφτιστικό της γιαγιάς μας, της Τσάκαινας. Ήταν εκεί, γραμμένο με καλλιγραφικά γράμματα, σε μελάνι που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει αλλά όχι να χάνεται. «Εβαπτίσθη και εδόθη το όνομα Κερανιώ.» Ένα όνομα που ζούσε ξανά μέσα από την ίδια την αδελφή μου. Δίπλα, η υπογραφή της νουνάς, της Τάρσης, που είχε χαρίσει στη μικρή το όνομα της πρόωρα χαμένης αδελφής της μητέρας της.
Κάθε ξεφύλλισμα μας έφερνε πιο κοντά στον κόσμο εκείνον, τον δικό τους. Στον κόσμο όπου ο χρόνος είχε σταματήσει μια Σεπτεμβριάτικη μέρα του 1919, όταν η Κερανιώ Στεργιάδου ενώθηκε με τον Νικόλαο Τσιφτσόγλου. Στο κάτω μέρος της σελίδας, οι υπογραφές, απλές, σεμνές, γεμάτες σημασία. Κάπου πιο κάτω, οι γάμοι των άλλων , ο Νάνος και η Μαριάνθη, η Βασώ και ο Δημήτρης, ο Αρσένης και η Μαρία.
Η Νούλα ανοιξε ένα άλλο βιβλίο, κι εκεί βρήκαμε τη βάφτιση της θείας μας , της Μαρίας Τσιφτσόγλου. Μετά , το όνομα του Παρπαρά Σωτήρη, του νονού μου Πολυχρόνη. Τα μάτια μας έτρεχαν από γραμμή σε γραμμή, από σελίδα σε σελίδα, καθώς τα ονόματα που κάποτε ανήκαν σε σάρκα και οστά τώρα ζούσαν μέσα στη σιωπή αυτών των παλιών, ιεροπρεπών εγγράφων.
Προχωρούσαμε προς τα πίσω, όλο και πιο πίσω, ώσπου η γραφή γινόταν πιο λιτή, πιο παλιά, σαν να χάνονταν μέσα στον χρόνο οι άνθρωποι που την είχαν χαράξει. Πραξιγά, Ευπραξία. Τσιφτσόγλου Ευστράτιος και Ελένη, Παρπαράς Κωνσταντίνος και Μαρία. Νικολαΐδης Θράσος, Εσκιόγλου Ευθαλία και Στέφανος. Αρβανιτίδης Γιώργος και Μαρία , Μιχαηλίδης Μιχαήλ και Παναγιώτα , Μάνου Μάνος και Δαφνιώ, Μήττας Ζαφείρης και Χρυσή , Καραγκιόζης Αδαμάντιος και Ευσταθία , Αναστασιάδης Αναστάσιος και Αναστασία , Σαρβάνκης Αντώνιος και Βεργίνα ,Νατσάκης Δημήτριος και Αφροδίτη . Ονόματα που είχαν ακουστεί για γενιές στα στενά σοκάκια των χωριών μας ,στις αυλές με τις κληματαριές,στα πανηγύρια , στις προσευχές . Ονόματα που , με τον ξεριζωμό άλλαξαν η χάθηκαν ,αφήνοντας πίσω μόνο ψιθύρους . Ήταν σαν α γυρίζαμε έναν αιώνα πίσω . Είδαμε τα επίθετα των δικών μας ,όχι όπως τα ξέραμε ,αλλά όπως ήταν τότε ,πριν η νέα πατρίδα τους δώσει νέες ταυτότητες . Εκείνοι που έφτασαν στην Ελλάδα , είτε από ανάγκη είτε από γραφειοκρατικές αλλαγές ,άφησαν πίσω τους κομμάτια του ονοματός τους ,όπως άφησαν πίσω και την Πατρίδα. Τα επίθετα είχαν τροποποιηθεί ,αλλά αυτό που έμεινε ήταν το ίδιο αίμα και η ιστορία πίσω από κάθε όνομα .
Και ήταν όλοι εδώ. Όλοι όσοι κάποτε περπάτησαν στα χώματα εκείνα, που εμείς αναζητούσαμε τώρα μέσα σε παλιά βιβλία. Όσοι είχαν βαδίσει στα μονοπάτια της Πατρίδας μας, πριν από εμάς, πριν η ιστορία τους σκορπίσει, πριν τα ονόματά τους γίνουν απλές εγγραφές σε κιτρινισμένες σελίδες.
Κι όμως, όσο στεκόμασταν εκεί, όσο αγγίζαμε τις λέξεις, όσο προφέραμε τα ονόματά τους δυνατά, ξέραμε πως δεν είχαν χαθεί. Ήταν εκεί, μαζί μας. Θα μπορούσα να μείνω ώρες, μέρες, να χαθώ μέσα σε αυτές τις σελίδες, να διαβάσω ξανά και ξανά τα ίδια ονόματα, να νιώσω πως τους συναντώ, πως επιστρέφω κοντά τους.
Και τελικά, όσο κρατούσα το βιβλίο ανοιχτό μπροστά μου, κατάλαβα πως το παρελθόν δεν είναι ποτέ πραγματικά παρελθόν. Όσο θυμόμαστε, όσο διαβάζουμε, όσο προφέρουμε τα ονόματα των δικών μας, αυτοί ζουν. Ζουν μέσα από εμάς.