Τα Καλοκαιρινά Αστέρια της Γιαγιάς 

Τα Καλοκαιρινά Αστέρια της Γιαγιάς 

 Τα καλοκαιρινά βράδια στο χωριό είχαν μια δική τους, παράξενη κάψα ,  σαν να ανέβαινε η ζέστη από τα σπλάχνα της γης.  

Έλεγες πως το χώμα καιγόταν, πως ο ήλιος, αφού χόρτασε να καίει όλη μέρα, άφηνε τη φλόγα του να φωλιάσει στη γη και να ξεμυτίσει ξανά τη νύχτα. Στα σπίτια, όσο κι αν οι τοίχοι ήταν από πλιθιά, η αποπνικτική ζέστη κούρνιαζε και δεν έλεγε να φύγει. 

Γι’ αυτό και βγαίναμε στις αυλές και στα μπαλκόνια. Γονείς, παππούδες, γιαγιάδες, όλοι μαζί. Άπλωναν τα χράμια και τις κουρελούδες, έβαζαν τις μεγάλες μαξιλάρες για να ακουμπήσουμε το κεφάλι. Οι μεγάλοι αποκοιμιούνταν γρήγορα, κουρασμένοι από τη μέρα. Εμείς, τα παιδιά, μέναμε ξάγρυπνα λίγο ακόμη, ακούγοντας τα παραμύθια και τις ιστορίες της γιαγιάς. 

Στις αυλές και στα μπαλκόνια, απλώναμε τη νύχτα. 

Η γιαγιά σήκωνε το χέρι. 

— «Βλέπετε εκεί; Η Πούλια… κι εκεί πιο πέρα, ο Αυγερινός.» 

— «Γιαγιά, μοιάζουν με χρυσά καρφιά!» 

— «Καρφιά που κρατούν τον ουρανό να μην πέσει πάνω μας», γέλαγε. 

Τα μάτια μας γυάλιζαν. 

 Κοιτάζαμε τον ουρανό, μαύρο και βαθύ, γεμάτο καρφιά από φως.  Ξαπλώναμε όλοι ανάσκελα, με τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό, κι ο κόσμος φαινόταν μεγαλύτερος, πιο ανοιχτός, σαν να χωρούσε όλα μας τα όνειρα. 

Η γιαγιά μας είχε μάθει το μυστικό: ” Όταν δείτε αστέρι να πέφτει, κάντε γρήγορα μια ευχή, πριν σβήσει η λάμψη του.” 

Κι έτσι, κάθε φορά που ένα φωτεινό σημάδι χάραζε το σκοτάδι, τρέχαμε με το μυαλό μας να προλάβουμε την ευχή, που συνήθως ήταν απλή , μια βόλτα, ένα παιχνίδι, ένα γλυκό.  

Και κάπου ανάμεσα στα γέλια, στις ψιθυριστές κουβέντες και στις μακρινές φωνές των γειτόνων, νιώθαμε πως ο ουρανός μάς άκουγε στ’ αλήθεια. 

Σηκώναμε το βλέμμα ,να ψάξουμε μέσα στη σιωπή της νύχτας την Πούλια και τον Αυγερινό. Η γιαγιά μας έδειχνε πού να κοιτάξουμε, κι εμείς φτιάχναμε σχήματα από τα αστέρια, σαν να παίζαμε με το σύμπαν. 

 Από τη γειτονιά ακούγονταν φωνές. 

— «Και τότε ο βασιλιάς της θάλασσας είπε…» 

— «Γιαγιά, πες το ξανά!» 

— «Σώπα να το ακούσουν κι οι άλλοι…» 

Οι ιστορίες μπλέκονταν μεταξύ τους, από το ένα μπαλκόνι στο άλλο και τα παραμύθια έκαναν κύκλο. 

Κάπου εκεί, η φωνή της γιαγιάς έσβηνε μέσα στη νύχτα κι εμείς αφήναμε τον Μορφέα 

να μας τυλίξει. Δεν ξέραμε πότε το παραμύθι γινόταν όνειρο . 

Το ξημέρωμα ερχόταν γλυκά. Οι ακτίνες του ήλιου χάιδευαν τα πρόσωπά μας, σαν να μας ξυπνούσαν μ’ ένα φιλί και μας καλωσόριζαν σε μια καινούργια μέρα .  Κι άρχιζε άλλη μια μέρα. Μια μέρα που δεν ξέραμε πως ήταν πολύτιμη, μα τώρα, χρόνια μετά, ξέρουμε πως ήταν δώρο. Άλλη μια μέρα της παιδικής μας ζωής, αθώα και γεμάτη φως. 

Το πρωί, το φως μας φιλούσε. 

— «Ξύπνα, παιδί μου, ξημέρωσε.» 

— «Λίγο ακόμα…» 

— «Κάθε μέρα που ξυπνάμε είναι δώρο.» 

Δεν το ξέραμε τότε. 

Τώρα το ξέρουμε. 

Κι έτσι, τα καλοκαιρινά αστέρια της γιαγιάς δεν έμειναν μόνο στον ουρανό. Τα κουβαλάμε μέσα μας, σαν μικρά φώτα που ανάβουν κάθε φορά που κλείνουμε τα μάτια και θυμόμαστε εκείνα τα βράδια. Τώρα ξέρουμε πως ήταν  γέφυρες που μας έδεναν με τις ρίζες μας. Κι όταν τις νύχτες του καλοκαιριού σηκώνουμε το βλέμμα, ψάχνουμε ξανά την Πούλια και τον Αυγερινό, όχι για να κρατήσουν τον ουρανό, μα για να μας θυμίσουν πως κάποτε, κάτω απ’ το ίδιο φως, ήμασταν παιδιά και η ζωή μύριζε χώμα ζεστό, παραμύθι και αγάπη. 

Τότε, κάθε φορά που κοιτάζουμε τον καλοκαιρινό ουρανό, η φωνή της γιαγιάς επιστρέφει ψιθυριστά. 

Κι η Πούλια κι ο Αυγερινός δεν είναι πια μόνο αστέρια, είναι τα παιδικά μας καλοκαίρια, που λάμπουν ακόμη μέσα μας. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή