Τα Γαμήλια Τραγούδια της Αδάμαινας
Η Αδάμαινα της Νέας Δήμητρας με τα ζεστά της μάτια και την ήρεμη φωνή της κουβαλούσε στις πλάτες της βάρος που λίγοι μπορούσαν να φανταστούν. Ήταν πονεμένη σύζυγος και μάνα καθώς δολοφόνησαν τον άνδρα της Αδάμ και τον γιο της Γιάννη, τα πέτρινα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου Διχασμού και Σπαραγμού και δύο ακόμα παιδιά της έφυγαν στο εξωτερικό. Ήταν μια γυναίκα που είχε δει τις πιο δύσκολες πλευρές της ζωής αλλά είχε μάθει να τις μετατρέπει σε δύναμη. «Η ζωή μου παιδί μου « έλεγε συχνά, «είναι γεμάτη πίκρες, αλλά αν έχεις την καρδιά να τραγουδήσεις, οι πληγές γίνονται λιγότερο βαριές «. Και έτσι έκανε. Τραγουδούσε. Στους γάμους η φωνή της ήταν εκεί. Το τραγούδι δεν ήταν μια διασκέδαση για την γιαγιά Αδάμαινα αλλά ήταν ένας τρόπος να ξεχάσει τον πόνο της και να γεμίσει τις στιγμές με ελπίδα. Η γιαγιά Αδάμαινα ήταν η ψυχή του χωριού, γεμάτη τραγούδια και ιστορίες.
Ο νεαρός Τάσος Τσιφτσόγλου, το Τσακάκκ, που αγαπούσε την μουσική και μάθαινε να παίζει ακορντεόν, ήταν ένας από τους αγαπημένους της μαθητές. Ο μικρός Τάσος γνώριζε την γιαγιά Αδάμαινα από τους γάμους και πήγε στο σπίτι της. «Γιαγιά – Αδάμαινα ήρθα να με μάθ(ει)ς τραγούδια δικά μας. « Να σου μάθω παιδί μ’ τραγούδια δικά μας και του γάμου, να γεμίζ’ ο κόσμος με χαρές «.
Του έδειχνε παλιά, παραδοσιακά τραγούδια, εκείνα που τραγουδούσαν στις αυλές πριν ξεκινήσει ο χορός. Το « χορεύουμε την νύφη μας «, το « Ένα τραγούδι θα σας πω« και τόσα άλλα που μιλούσαν για την ευλογία του γάμου και το ξεκίνημα μιας νέας ζωής. Κάθε στίχος ήταν γεμάτος με ευχές και αγάπη και η γιαγιά Αδάμαινα τα τραγουδούσε τόσο όμορφα και με τέτοιο πάθος που ο Τάσος δεν μπορούσε παρά να τα μάθει αμέσως.
«Αυτά τα τραγούδια, παιδί μου, δεν είναι μόνο για γλέντι. Είναι για να φέρουν τύχη , αγάπη και χαρά στα νιόπαντρα ζευγάρια.»
Η γιαγιά Αδάμαινα με τόσο μεγάλο πόνο έβρισκε πάντα τρόπο να κρατάει ζωντανή την πίστη και την χαρά στις καρδιές των άλλων.
Ο Τάσος έμαθε τα τραγούδια και τα έπαιζε σε κάθε γάμο του χωριού. Οι μελωδίες του γέμιζαν τις αυλές και η φωνή του συνόδευε τις νότες του. Ο Τάσος κάθε φορά που έπιανε το ακορντεόν και ξεκινούσε να τραγουδάει, ένοιωθε μια βαθιά συγκίνηση, σαν η φωνή του να έφερνε ξανά στην ζωή την αγαπημένη του δασκάλα, την γιαγιά Αδάμαινα, που του είχε δώσει κάτι περισσότερο από τραγούδια. Του είχε δώσει την ψυχή της παράδοσης.
Κάθε γαμήλιο τραγούδι που έβγαινε από τα χείλη του ήταν ένα μνημόσυνο για εκείνη, μια προσευχή που αντηχούσε στον αέρα του χωριού. Ήταν σαν η γιαγιά Αδάμαινα να του έδειχνε τον ρυθμό και τον κάθε στίχο. Η παράδοση της μουσικής κρατήθηκε μέσα από τον Τάσο που ήταν ο καλός μαθητής της γιαγιάς Αδάμαινας, γιατί αυτά τα τραγούδια ήταν ιστορίες και προσευχές.
Ο Τάσος ήξερε ότι κάθε μελωδία του ήταν ένα ευχαριστώ, μια γέφυρα που ένωνε το παρόν με το παρελθόν, την παράδοση με την αγάπη. Η γιαγιά Αδάμαινα μπορεί να είχε φύγει, αλλά μέσα από τα τραγούδια της που τα τραγουδούσε τόσο όμορφα ο Τάσος, η μνήμη της ζούσε αιώνια.