Τα Αντίσκηνα της Προσφυγιάς 

Τα Αντίσκηνα της Προσφυγιάς 

Αύγουστος του 1924 . Οι παππούδες μας έφτασαν στην Ελλάδα, ξεριζωμένοι από την πατρίδα τους, φορτωμένοι με ό,τι  μπορούσαν να κουβαλήσουν .Ο νέος τόπος τους υποδέχτηκε με αντίσκηνα στημένα πρόχειρα στο Μπαΐρ, εκεί όπου ο αέρας μαστίγωνε τη γη . Ήρθαν σε ένα μέρος κοντά στο κάστρο, που το ονόμαζαν Γυναικόκαστρο . 

 Διάλεξαν τον τόπο .  Να έχει χωράφια για να τα καλλιεργήσουν , να έχει βοσκοτόπια για να στήσουν ξανά τη ζωή τους.  Οι πρόχειρες σκηνές τους περίμεναν στο Μπαΐρ και ο Εποικισμός φρόντιζε για τα σπίτια.   

Ο Σεπτέμβρης ήτα’  ζεστός ,τους άφησε να πάρουν μια ανάσα .  Μα ο Οκτώβρης έδειξε  τα δόντια του . Οι βροχές ήρθαν αλύπητες , οι άνεμοι σάρωναν τα πάντα. Ο Βαρδάρης  σήκωνε και τις πέτρες και μετά ήρθε το τσουχτερό κρύο με το χιόνι . 

 Το χιόνι έκαμνε βουναλάκια και το χώμα ξεραινόταν από την παγωνιά .  Η βροχή ;  Κολλούσαν τα ποδήματά τους και δεν μπορούσαν να περπατήσουν. Και η βροχή με την λάσπη παρέσυρε μέρος από τα υπάρχοντά τους . Ποια υπάρχοντα ; Τα λίγα τεντζέρια με τα χουλιάρια και τις τσανάκες . Τα στρωσίδια και τα παπλώματα  ήταν υγρά και νοτισμένα ! 

 Πώς να ζεστάνουν οι έρμες οι μάνες τα μικρά τους .Λίγα τσάκνα και περίμεναν την φλόγα να δυναμώσει και  να κάνει ζέστη. Τα μαγουλάκια τους κόκκινα από την εναλλαγή της θερμοκρασίας , τα χειλάκια τους σκασμένα από την κακή θρέψη και τα μαλλάκια τους κετσιασμένα από την απεριποιησιά. Πού να βρούν νερό για να βολεύουν όλες τις ανάγκες τους .Οι μάνες πάλευαν με λιγοστά μέσα να προσφέρουν ζεστασιά  και ασφάλεια και αυτή η αγωνιώδης  προσπάθεια ήταν σπαρακτική . 

Κάτω στον κάμπο  όχι πολύ μακριά ,το κονάκι του Μπέη  ακόμη κρατούσε ζωή . Είχε κότες και πάπιες . Η πείνα και η ανέχεια σε κάνουν να παίρνεις αγαθά , που δεν σου ανήκουν .  

Νοικοκυραίοι ήταν  στον τόπο τους και εδώ  ποιοι ήταν ;  Ζητιάνοι , πεινασμένοι και παρακατιανοί . 

Εκεί , στα αντίσκηνα ,ήταν όλοι . Νέοι ,γεροί ,μανάδες ,παιδιά . Οικογένειες που ήρθαν μαζί , που άφησαν πίσω το χθες και χτίζανε το αύριο . Οικογένειες που δεν γνωρίσαμε ποτέ ,αλλά ήταν εκεί .  Όλους αυτούς ,που γνωρίσαμε όταν ήμασταν μικροί εμείς και τους θεωρούσαμε μεγάλους τους συναντάμε εκεί , στα αντίσκηνα .Και κάποιους , που δεν τους γνωρίσαμε ποτέ. Ακόμη και κάποιους που  δεν γνωρίζαμε καν την ύπαρξή τους.Και ήταν ανάμεσα σε εκείνους τους γεννήτορές μας . Ανάμεσα σε αυτούς  που γέννησαν το  χωριό μας ,  που το ίδρυσαν , που το έχτισαν και το  στύλωσαν .  Αυτοί έδειξαν ανθεκτικότητα και υπομονή , αγάπη για τον τόπο και μετέφεραν αξίες .  Για να έχουμε εμείς τον τόπο μας.   Να νιώθουμε  την έννοια του χωριού , της κοινωνίας , των ανθρώπινων σχέσεων  και της αλληλοβοήθειας . Για κάντε μια αναθύμηση . 

 Ο οικογενειάρχης Νικόλας Τσιφτσόγλου ο Τσάκος , 36 χρόνων  με την Κερανιώ  34  χρόνων (πρόγονοι της γράφουσας ),  το μικρό κοριτσάκι τους η τετράχρονη Μαρία  και η μαμά της Κερανιώς ,η εξηντάχρονη Μαργιόρα .  Την προγιαγιά Μαργιόρα δεν την γνώρισα ούτε τον παππού  μου Νικόλα , γιατί πέθανε νέος . 

 Πιο εκεί η αδελφή της Κερανιώς, η Σμαραγδή   η Πουρουρού 27 χρόνων  με τον άνδρα της Διαμαντή Καλφόπουλου 34 χρόνων , τον γιό τους Ζαφείρη 3 χρόνων  και την μαμά του Διαμαντή , την Γαρυφαλλιά . 

Στο διπλανό αντίσκηνο οι Παρπαράδες , πιο πέρα οι Καλφόπουλοι , οι Καλλιόγλου , οι Παπαδόπουλοι, οι Γιάγκογλου , οι Γρηγοριάδηδες  , ο Αλμπανίδης , οι Στεργιάδηδες ,  οι Σωτηριάδηδες , οι Τσιφτσόγλου, οι Πλαταράδες , οι Νατσάδες , οι Ιωακειμίδηδες , ο Κεχαγιάς , οι Ζαφειρόπουλοι , οι Τακίδηδες, οι Μήττα , οι Κυριακίδηδες ,  οι Τσαλικίδηδες, οι Τσομπανάκηδες , οι Τριανταφυλλίδηδες ,  οι Δημητριάδηδες , οι Εσκιόγλου ,οι Νικολαΐδηδες ,οι Παναγιωτίδηδες , οι Τσιφτσήδες, οι Ιωαννίδηδες και τόσοι άλλοι που συνέθεσαν το χωριό μας . 

 Όλοι  νέοι , με τα μικρά παιδιά τους,  που κάποια τα έφεραν από την Πατρίδα μαζί τους και κάποια γεννήθηκαν στον δρόμο τής προσφυγιάς ή  εκεί πάνω στα λασπωμένα αντίσκηνα . Όλοι τους , με ένα όνειρο.  Να βρουν μόνιμη εγκατάσταση,  να φτιάξουν τα σπιτικά τους, να ριζώσουν και να απλώσουν τα κλαδάκια τους .  Έχοντας μέσα τους ολοζώντανες τις παραδόσεις, η επιθυμία τους ήταν να τις  καταθέσουν  εδώ . 

 Μεγάλη τους λαχτάρα να φτιάξουν το χωριό που θα έχει σπίτια ,  Εκκλησία ,  Σχολείο, νεκροταφείο,  μπακάλικο , Πλατέα .  Και έγινε αυτή η λαχτάρα τους με αγώνα και υπομονή . 

 Ήθελαν να κάνουν διαθήκη για τις επόμενες γενεές. Να έχουμε κι εμείς την χάρη να γεννηθούμε και να ζούμε στο χωριό . 

Να φέρουν μυρωδιές από Πατρίδα και να μπολιάσουνε κι εμάς. Να πάρουμε όσο πιο πολλά μπορούσαμε από αυτούς και να τα διπλασιάσουμε . Να αφήσουν παρακαταθήκη στον κώδικα αξιών .  Να μας δώσουν ψηφίδες ζωής .   Να το αγαπάμε τόσο πολύ .  

Από το  Βορρά του μέχρι τον Νότο του και από την Ανατολή του μέχρι  την Δύση του .Από τα αμπέλια μας  μέχρι τα χωράφια του κάμπου μας . Από το κάστρο μέχρι τα χωράφια , τις πρώτες μας .Να αγαπάμε το κάθε δρομάκι του , το κάθε σπιτάκι του , την κάθε γωνίτσα του . Να βουρκώνουν τα μάτια μας σε κάθε θύμησή του .Να χτυπάει δυνατά η καρδιά μας, μόλις το επισκεπτόμαστε .Να θυμόμαστε πού παίξαμε , πού κλάψαμε, πού καρδιοχτυπήσαμε  . 

Η δική τους αγάπη , μας έκανε και εμάς λάτρεις αυτού του τόπου , αυτού του χωριού. 

 Και  η επιθυμία τους ήταν  να μας χαρίσουν όχι μόνο τα υλικά αγαθά  αλλά και ένα κομμάτι από την ψυχή τους . Και το κατάφεραν !  

 Ελένη Τσιφτσόγλου  

2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή