Συνέχεια του Ταξιδιού στα Χωριά της Πατρίδας
Στην προσκυνηματική εκδρομή στα χώματα της Πατρίδας επισκεφθήκαμε και τα άλλα χωριά από τα οποία ήρθαν πρόσφυγες στο χωριό μας .
Το χωριό Όκλαλι μας γέμισε συγκίνηση, εκεί που ο θείος Παναγιώτης ο μεγαλύτερος της παρέας , βάδισε με βήματα σταθερά σαν να ήξερε ακριβώς που πήγαινε . Αλλά δεν σταματήσαμε μόνο εκεί . Έξω από το χωριό μας συναντήσαμε το κοντινό χωριό Καστανιές και ξεδιψάσαμε στην μαρμάρινη βρύση του στην πλατεία του χωριού . Σε αυτό το χωριό υπήρχαν δεσμοί που ούτε ο χρόνος μπορούσε να σπάσει . Σε αυτό το χωριό και στο δικό μας Όκλαλι οι ζωές των ανθρώπων μπλέχτηκαν μέσα από τους ιερούς δεσμούς του γάμου .Τον δρόμο που προχωρήσαμε για να πάμε σε αυτό το χωριό τον περπάτησαν με τα άλογα και τα κάρα οι νύφες . Από το χωριό Καστανιές πήγαν νύφες στο Κλαλί και από το Κλαλί πήγαν νύφες στις Καστανιές.
Κάθε τέτοιος γάμος δεν ήταν μόνο ένωση δύο ανθρώπων , αλλά και μια ένωση δύο χωριών , δύο οικογενειών ,δύο κόσμων . Κάθε νύφη που άφηνε το πατρικό της για να πάει στο άλλο χωριό έπαιρνε μαζί της προικιά , ρούχα καλοδιδερωμένα και σεντόνια κεντημένα με αγάπη ,αλλά κυρίως έπαιρνε μαζί της τις ιστορίες , τις μνήμες και «τα αντέτια «,τα συνήθεια του τόπου της . Σε αυτόν τον δρόμο φαντάζομαι την ςτιγμή που το καραβάνι με τα στολισμένα άλογα του Παπαδά, του Τσάκου , του Νατσά και τα τραγούδια ξεκινούσε από το χωριό μας . Και η νύφη επάνω με τα προικιά της καμαρωτή όπως η Χρυσαυγή Τσιφτσόγλου η αδελφή του Τσάκου , η Ευδοξία η αδελφή του Καλλιόγλου , η Αννίτσα και η Σωτηρή αδελφές του Πλαταρά , η Θεοπίστη του Αναστάση Τριανταφυλλίδη , η Φωτεινιώ Φωτακίδη, η Μαρία του Τσολακίδη .
Αλλά και οι νύφες που ήρθαν από τις Καστανιές στο Όκλαλι έζησαν την ίδια διαδρομή. Έφευγαν από το δικό τους χωριό και έρχονταν σε μας , φέρνοντας τις δικές τους συνήθειες, τα τραγούδια τους και τα ήθη . Όπως η Φανιώ του Αλμπανίδη , η Καλλιόπη η αδελφή του Παπαδά και γυναίκα του Γιάγκογλου Κωνσταντίνου, η Αντιόπη του Γρηγοριάδη του Νικολάκκ, η Μαρία του Γιάγκογλου , η Σοφία η Θάναινα η Παρπαρά και η αδελφή της η Παρασκευή μαμά του Θεοκλή Γιάγκογλου, η Πετρίνα Τσαλικίδου.
Μπορεί τα σώματα να τα ξερίζωσε η Ανταλλαγή αλλά τα χωριά μας έγιναν ένα .
Εδώ κοντά στις Καστανιές ο δρόμος μάς οδήγησε σε άλλα τρία χωριά . Στο Λαζάρκιοΐ , στο Άκαλαν και στο Αγιασματάκι .
Το Λαζάρκιοΐ ήταν μεγάλο και ξακουστό. Εδώ οι συγγενείς βρήκαν το διώροφο σπίτι που έμεναν πρώτα οι γονείς των αδελφών Ελένης Ιωακειμίδου και Ερατώς Καλλιόγλου ,που ήταν ο Νικόλας Ιωαννίδης και η Σοφή. Μετά από καιρό η οικογένεια έφυγε στην Πόλη και το σπίτι πουλήθηκε στον Παπαδόπουλο τον Ιωακείμ με την Αναστασία , γονείς των Παπάζουγλων .
Εκεί γύρω στα χαλάσματα ήταν το σπίτι των Δημητριάδηδων , των Κυριακίδηδων , των Σαρβανιτίδηδων , των Εσκιόγλου , των Τσαλικίδηδων , , των Μήττα , των Χατζόπουλων , των Φωτακίδηδων , των Τσαλκιτζήδων , των Τσολακίδηδων , των Τσιφτσήδων .
Άφησαν πίσω τους αυλές γεμάτες λουλούδια , φούρνους που έψηναν ψωμιά για όλη την γειτονιά και ήρθαν στην Νέα Δήμητρα. Το δάκρυ έτρεξε στα μάτια των απογόνων καθώς περπατούσαν μέσα στο χωριό . Ήταν γλεντζέδες και τραγουδούσαν οι πρόγονοι τους και το ίδιο έκαναν και αυτοί.
Το άλλο χωριό κατά την επίσκεψή μας εκεί ήταν το Άκαλαν που μας έφερε μνήμες από τον Γκάιντατζη τον Βασίλη κι εγώ σαν να άκουγα τον προπάππου μου να παίζει την γκάιντα του . Προσπαθούσα να φανταστώ από ποιόν δρόμο έφυγαν ο παππούς μου με τα αδέλφια του, αφού έμειναν ορφανά . Κάθε σπίτι και μια ιστορία ,κάθε γειτονιά και μια γιορτή .
Σαν να βλέπω την διαδρομή που έκαναν οι Αγαλανιώτες . Ο Μάνος ο Γιωργάκκς με τη Φωτεινή και τα κοπάδια με τα πρόβατα να οδηγούνται στην νέα πατρίδα . Ο Τριανταφυλλίδης ο Θανάσης , ο Μανώλης , η Υπαπαντή , ο Αρβανιτίδης ο Σωτήρς με την Βδοκιά και τα μικρά παιδιά πάν στο κάρο και δίπλα την μαμά τ(ου )την Μαρία .
Ο Μπόσκος ο Τριαντάφυλλος με την Πιστευή και τα παιδιά τους , η Τακίδαινα η Κατίνα με τα παιδιά της , η Σοφία η Δαλμάζη με τα παιδιά της , ο Γκοτζίδης και οι αδελφές του. Όλοι ήρθαν στο μυαλό μου και σαν να είδα τις σκιές τους να κινούνται στα σοκάκια ! Τα σπίτια με γδαρμένους τοίχους , μοιάζουν να κρατούν ακόμα το αποτύπωμα των χεριών που τους έχτισαν . Τα πόδια μας πατούν στο ίδιο χώμα ,στα ίδια σημεία που κάποτε πάτησαν οι παππούδες μας , οι γιαγιάδες μας , οι θείοι και οι θείες μας .
Και αν στο Όκλαλι χτύπησε δυνατά η καρδιά μου ,το ίδιο γνώριμο σκίρτημα στο στήθος ένοιωσα και στο Άκαλαν . Ήταν το χωριό του παππού μου από την μεριά της μαμάς μου . Εδώ γεννήθηκε ο παππούς μου και ο προπάππους μου, εκεί ήταν οι ρίζες της μαμάς μου, που απλώθηκαν για να με φτάσουν εμένα .
Δεν ήθελα να φύγω . Ούτε από το χωριό του μπαμπά μου ούτε από το χωριό της μαμάς μου . Σαν να ήθελα να ενώσω αυτά τα δύο μέρη να τα κάνω ένα . Εκείνη την στιγμή σκέφτηκα κάτι που δεν σκέφτηκα ποτέ, ότι το σώμα μου , η ψυχή μου, το όνομά μου , όλα ήταν φτιαγμένα από το χώμα και το νερό των δύο χωριών .
Αναχωρήσαμε από το Άκαλαν και πήγαμε στο χωριό Αγιασματάκι, που και αυτό είχε ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μας . Ήταν το χωριό της γιαγιάς Αδάμαινας. Η εγγονή της η Αδαμαντούλα ήταν πολύ συγκινημένη το ίδιο κι εμείς. Το χωριό από το οποίο ήρθε η γιαγιά Αδάμαινα φέρνοντας μαζί της ήθη και έθιμα και κράτησαν οι ρίζες τους γερά . Ήταν η γυναίκα που μας έμαθε τα τραγούδια του γάμου και της χαράς . Εδώ η γιαγιά Αδάμαινα έμαθε να κάνει τα πιο νόστιμα τσουρέκια , τις πιο νόστιμες κολοκυθόπιτες και να τραγουδάει με την ωραία της φωνή .
Αργότερα πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Στο λεωφορείο κανείς δεν μιλούσε . Κρατούσαμε όλοι κάτι μέσα μας , μια αίσθηση που δεν μπορούσε να ειπωθεί με λέξεις .
Πήραμε αναμνηστικά για να θυμόμαστε , χώμα από την Πατρίδα , φωτογραφίες , καρύδια , κεραμίδια . Τίποτε από όλα αυτά δεν χρειαζόταν . Το χώμα δεν χρειαζόταν να το θυμόμαστε. Ήταν ήδη μέσα μας . Στα ήθη , στα έθιμα , στις ιστορίες που λέγαμε γύρω από το τραπέζι . Ήταν στις μυρωδιές του μαχλεπιού και στο πρώτο ψωμί που έβγαινε από τον φούρνο.
Δεν τα χάσαμε ποτέ τα χωριά μας , ακόμα κι αν τα ακούγαμε από τις ιστορίες . Και έτσι είναι γιατί οι ρίζες που μας ένωσαν με αυτά τα χωριά δεν έσπασαν ποτέ , απλώς μεγάλωσαν !
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2024