Συνέχεια του Καπνού – Το Πέρασμα – Μέρος 4ο

Συνέχεια του Καπνού – Το Πέρασμα – Μέρος 4ο

Μετά το μάζεμα του καπνού στο χωράφι , παίρναμε τον δρόμο της επιστροφής. Ήταν  αρκετά πριν το μεσημέρι. Στο υπόστεγο του σπιτιού μας  ή στην αποθήκη ξεφορτώνονταν  τα κοφίνια με τα φύλλα  του καπνού  και η ατμόσφαιρα γέμιζε από τη μυρωδιά του φρέσκου καπνού .  Εκεί, αφού απολαύσαμε   λίγη ξεκούραση και ανασυγκροτηθήκαμε ,  άρχιζε  το βελόνιασμα .  

Καθισμένοι πάνω σε χαλάκια  ή κουρελούδες , στα  χράμια  μας , είχαμε γύρω μας τα φύλλα του καπνού  και τα περνούσαμε σε χοντρές βελόνες, πατώντας στο κεντρικό κοτσάνι τους . Χρατς , χρατς ! Μόλις γέμιζε η μεταλλική βελόνα φύλλα τα αδειάζαμε στην άκρη της,  που ήταν περασμένος ένας σπάγκος . Τέσσερεις γεμάτες βελόνες σχημάτιζαν  ένα ράμμα.  Η διαδικασία αυτή επαναλαμβανόμενη και ατελείωτη ,ήταν δύσκολη και κουραστική .  

  Αυτό  το βελόνιασμα γινόταν μέχρι να περαστούν όλα τα φύλλα  του καπνού , που είχαμε μαζέψει από το χωράφι .  Χιλιάδες φύλλα  περνούσαν από τα χέρια μας . 

 Τα υπόστεγα  και οι αποθήκες των σπιτιών  των Νεοδημητριωτών παραγωγών καπνού , ήταν γεμάτα ζωή .Κόσμος , γειτόνισσες  ερχόταν για παρέα και βοήθεια ,  μέχρι να τελειώσει το πέρασμα  και όλη η εργασία γινόταν  με ευχάριστη συντροφιά . Ο καπνός ήταν μια δύσκολη δουλειά αλλά πίσω από αυτόν βρισκόταν η ζωή μας , οι ιστορίες μας , οι φίλοι μας και οι οικογένειές μας . 

Καλή παρέα ήταν και ένα κουτί ,το παλιό ραδιόφωνο , που στα FM , έπιανε  όλους τους πειρατικούς σταθμούς της  εποχής  . Τέρμα η ένταση και το τραγούδισμά μας ήταν  μαζί με  τον τραγουδιστή . Με τα τραγούδια  του Νταλάρα, του Βοσκόπουλου ,του Πάριου,  της Αλεξίου, του  Καζαντζίδη,  του  Μητροπάνου … 

Όλα τα γνωστά άσματα της εποχής τραγουδήθηκαν από μας , κάτω στο υπόστεγο του σπιτιού μας ,που παρόλη την  κούραση και την ταλαιπωρία είχαμε πάντα  καλή διάθεση και νιώθαμε χαρά  .Μετά από χρόνια ανακαλύφθηκε η γαζωτική μηχανή του καπνού και τα φύλλα γαζώνονταν κατευθείαν σε ράμμα .  

 Μετά  το πέρασμα , το βελόνιασμα ,του  καπνού,  τα ράμματα  τα πηγαίναμε στα τσαρδάκια , που ήταν ξύλινα κρεβάτια με καρφιά  και σκεπασμένα με νάιλον  . Εκεί περνούσαμε στην σειρά το κάθε ράμμα και το αφήνανε να μείνει στον ήλιο  10-15 μέρες,  μέχρι να αποξηρανθούν τα φύλλα .  

Από εκεί τα έπαιρναν και τα έκαναν οι γονείς μας «σαντάλια « . Τα σαντάλια δηλαδή τα μαζεμένα σε ένα , πολλά ράμματα με αποξηραμένα μαλακά  φύλλα  τα έφτιαχναν το πρωί , που είχε υγρασία . Αυτό λεγόταν σαντάλιασμα , και πρόσεχαν να μην σπάνε και πέφτουν τα φύλλα .Αυτά τα σαντάλια τα κρεμούσαν  ψηλά στην αποθήκη ,  για να αερίζονται . Μέχρι τα μέσα του Σεπτέμβρη και αρχές Οκτώβρη έκαναν τα σαντάλια . 

 Μετά τον Άη Δημήτρη γινόταν το παστάλιασμα . Έβαζαν τα σαντάλια σε ένα αυτοσχέδιο  ξύλινο κιβώτιο , σαν σεντούκι  και τα πατούσαν και γίνονταν τα δέματα , με τσουβάλι γύρω – γύρω.  Το παστάλιασμα κρατούσε μέχρι και τον Γενάρη ,  ανάλογα με την ποσότητα .  Έπρεπε να ξεχωρίσουν τα καθαρά φύλλα και τα πολύ μαύρα να πεταχτούν .  Δεξιοτέχνης στο παστάλιασμα και στην δεματοποίηση ήταν η αδελφούλα μου η Δάφνη, που είχε  ευλυγισία  και πάντα η ίδια κρεμούσε τα ράμματα μέσα στα τσαρδάκια , τα  κιόσκια  κάτω από τον καυτό ήλιο που γινόταν πιο καυτός μέσα στο νάιλον .  

 Θέλαμε να τελειώσουμε γρήγορα , να μπανιαριστούμε γρήγορα στο αυτοσχέδιο ντουζ της αυλής με το βαρέλι , που έκαιγε το νερό του .Να καθαρίσουμε τα χέρια μας από την μαυρίλα και να προλάβουμε την βόλτα στην άλλη άκρη του χωριού  μας. 

Μετά από  την δεματοποίηση του καπνού  ,που ήταν  χρονοβόρα και κοπιαστική δουλειά , άρχιζε η αγωνία όλων για τις τιμές, που θα δώσουν οι έμποροι .Αν θα δώσουν καλές τιμές και πότε  θα πληρωθούν. Έπρεπε να ελέγξουν πρώτα τα δέματα και μετά να τα κρίνουν ως κατάλληλα από ποιότητα και μετά έδιναν τις τιμές . 

Όλη η οικογένεια μάζευε φύλλο – φύλλο για να γίνει  ένας τόνος , δύο τόνοι  καπνού. Πόση κούραση , πόσος μόχθος  και πόση αγωνία . 

Οι εκτιμητές ερχόταν από το Κιλκίς με τους εμπόρους , θυμάμαι τον κύριο Αδάμ, και περνούσαν από όλες τις αποθήκες,  για να εκτιμήσουν την ποιότητα .  Αν ήταν καλής ποιότητας τα έπαιρναν. Αν ήταν  κακής τα εκτιμούσαν σε άλλη κλίμακα και πλήρωναν όσο ήθελαν . Θυμάμαι  με συγκίνηση την χρονιά που κάψανε οι έμποροι τα καπνά, γιατί θεωρήθηκαν ακατάλληλα και επικίνδυνα για τα υγιή δέματα , λόγω κάποιας ασθένειας . Και την ταλαιπωρία της οικογένειάς μου από την  μεγάλη  αυτή ανατροπή . Όλος ο κόπος και οι θυσίες είχαν πάει χαμένα και οι ελπίδες για την χρονιά είχαν μετατραπεί σε  απογοήτευση .Η απογοήτευση  ήταν τεράστια αλλά η ελπίδα μας ανανεωνόταν με την επόμενη χρονιά . Μετά από αυτήν την διαδικασία αν ήταν το καπνό καλό και πληρούσε τις προδιαγραφές τής ποιότητας , τότε τα φόρτωναν . Μαζί με το φόρτωμα των δεμάτων πάνω στα φορτηγά  έφευγε και το βάρος , που είχαν οι γονείς μας για την έκβαση αυτής της κοπιαστικής μάχης    

Και μετά ερχόταν η μέρα της πληρωμής . Η μέρα της αμοιβής των κόπων,  όλης της οικογένειας .  

 Πρώτα έπρεπε να εξοφληθεί  ο μπακάλης , που έδινε όλο τον κόσμο βερεσέ , με το τεφτεράκκ . Ευτυχώς όλοι οι μπακάληδες του χωριού έκαναν αυτήν την ευκολία σε όλο το χωριό . Ο Καραμανλής , Ο Πολυχρόνης , ο Σταύρος .Το ίδιο περίμενε καρτερικά και ο Χρήστος ο Μπιντίκς να πληρωθεί για τα υφάσματα και τα απαραίτητα , που αγόραζε η μαμά μας .Μετά να αγοραστούν και άλλα εφόδια για το σπιτικό και να αγοραστούν παπούτσια και χρήσιμα άλλα είδη . Βέβαια έπρεπε οι δικοί μας να έχουν κρατήσει και χρήματα για κάθε άλλη έκτακτη ανάγκη . 

 Πόσο οικονόμοι ήταν . Πόσο νοικοκυραίοι ήταν .Έθρεψαν όλη την οικογένειά τους  και τους γονείς τους .Αυτή η κύρια οικονομική πηγή , έθρεψε όλους μας . 

 Και η ασχολία με  αυτήν  την τόσο δύσκολη καλλιέργεια  , που περνούσε από τόσα  πολλά κοπιαστικά στάδια , μας δίδαξε .  Κάθε μέρα στο χωράφι ήταν μια πρόκληση που μας δίδαξε  το πόσο δύσκολα αποκτιέται το ψωμί . 

Πόσο δύσκολα ήταν τα χρόνια εκείνα μέσα στο λιοπύρι .Το λιοπύρι και η κούραση  ήταν οι δάσκαλοι της ζωής μας γιατί  μας έμαθαν να εκτιμούμε και να σεβόμαστε  την εργασία και τα αγαθά που αποκτούσαμε με κόπο .  

Αλλά θυμόμαστε  ότι ο καπνός  ήταν μια αφορμή για να φτιάξουμε αναμνήσεις και να βιώσουμε την ομορφιά της ζωής στην Νέα Δήμητρα.  

Και αν ήταν κάτι που θα ήθελα να ζήσω ξανά ,αυτό θα ήταν ακριβώς εκείνες οι στιγμές  του καπνού στο υπόστεγο , με την οικογένεια και τους φίλους γύρω μας ,γεμάτοι ελπίδα και πάθος για ζωή .  

Ελένη Τσιφτσόγλου 

 2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή