Συνέχεια της Καλλιέργειας του Καπνού στη Νέα Δήμητρα – Μέρος 2ο  

Συνέχεια της Καλλιέργειας του Καπνού στη Νέα Δήμητρα – Μέρος 2ο  

Μετά την φυτεία του καπνού ,γινόταν αρκετά ποτίσματα  και ραντίσματα με φυτοφάρμακα στο χωράφι, για να μεγαλώσουν τα φυτά .   

Η αλήθεια είναι πως χρησιμοποιήθηκαν πολλά φυτοφάρμακα , για την καταπολέμηση  των  ασθενειών του καπνού και εκείνο που θα σημειώσω είναι πως έγινε και αλόγιστη χρήση  από τους καπνοπαραγωγούς . Δεν υπήρχε αγροτική πολιτική  τότε για να βοηθήσει και  να διαφωτίσει τους γονείς  μας σχετικά με την χρήση τους .Έτσι τα χρησιμοποίησαν ,για την πρόληψη ασθενειών όπως ήταν ο περονόσπορος που ακούγαμε από τους πατεράδες  μας .  

Μαζί με τα φυτά μεγάλωναν και τα αγριόχορτα ανάμεσά τους  . Έτσι αυτά έπρεπε να κοπούν και οι παραγωγοί  έκαναν το σκαλιστήρι . Το σκαλιστήρι γινόταν μόνο με άλογο,  που τραβούσε αυτό το γεωργικό εργαλείο , ανάμεσα στις σειρές του καπνού .Τα αγριόχορτα  που ήταν πολύ κοντά στα φυτά ,  τα  κατέστρεφαν με την τσάπα . Πόσο δύσκολη δουλειά . Κτυπούσες την τσάπα στο έδαφος και τρανταζόταν όλο σου το σώμα . 

 Θυμάμαι ,όταν έβρεχε εμείς οι μικρές χαιρόμασταν , που δεν θα πάμε στο καπνό και ο μπαμπάς μου λυπόταν για τις μέρες που χάνονταν . Όταν μεγαλώσαμε καταλάβαμε περισσότερο ,  τους γονείς μας και τις αγωνίες τους .Μετά από  περιποίηση και κούραση μεγάλωνε το καπνό και  «γίνονταν» . 

 Στην Νέα Δήμητρα  είχαμε την  ποικιλία «ταμπάκουλα» ,όπως θυμάμαι που έλεγε ο μπαμπάς μου . Το ορθό είναι  «Καμπά – Κουλάκ» , που σημαίνει χοντρά αυτιά , όπως έμαθα αργότερα.  Η ονομασία ήταν τουρκική και δόθηκε γιατί τα φύλλα του καπνού είχαν  μεγάλα πτερύγια στην βάση , σαν χοντρά αυτιά .Οι καπνιές, σε αυτήν την ποικιλία  γίνονταν   ψηλά φυτά , ίσαμε το μπόι μας και είχαν μεγάλα και χοντρά φύλλα.  Όταν κάποια φύλλα από την ρίζα και πάνω κιτρίνιζαν , τότε το καπνό ήταν ώριμο, έτοιμο για «σπάσιμο»,  δηλαδή για  να κόψουμε φύλλα . 

Οι μαμάδες μας είχαν έτοιμα τα καπνιάρικα ρούχα ,που ήταν παλιά παντελόνια του πατέρα μας ,καθώς και  μακριά πουκάμισα , μαντήλες και καπέλα .Οι γονείς μας είχαν έτοιμα τα κοφίνια , τις  «κούφες», τα τσουβάλια , τις βελόνες , τα ράματα  , τα καφάσια -κρεβάτια στην αυλή  και τα τσαντήρια . 

Σε μια αποθήκη ήταν στρωμένα «τα χράμια» , κάτω στη γη , που περίμεναν τις κούφες με τα φύλλα καπνού και τα μέλη της οικογένειας για «το πέρασμα «.Και ερχόταν εκείνη η δύσκολη μέρα του σπασίματος του καπνού . 

 Ξημερώματα, η ώρα τέσσερις το πρωί, μας  ξυπνούσε η φωνή της μαμάς μου . 

_ Άντε πουλάκια μου , σηκωθείτε. Κι εμείς σηκωνόμασταν αμέσως  , χωρίς αντίρρηση . 

Και ας μας πήρε ο ύπνος ο  γλυκός  το ξημέρωμα .Η ζέστη του βραδινού καλοκαιριού  μας έφερνε δύσπνοια . Όλο το βράδυ τα κουνούπια έκαναν χορό πάνω στα μικρά μας σώματα . Και τα χεράκια μας  μέσα στον ύπνο έξυναν , έξυναν τις πληγές και μάτωναν .Ντυνόμασταν γρήγορα – γρήγορα , γιατί ο μπαμπάς μου είχε ήδη ανάψει την μηχανή του αυτοσχέδιου τρακτέρ , της Λάικας ,και δεν υπήρχε περίπτωση καθυστέρησης .  Στην διαδρομή μέσα στο χωριό  έβλεπα τα σπίτια των φιλενάδων μου,  που δεν είχαν καπνά . Και τις  ευλογούσα . Ζήλευα και καλοτύχιζα τις φίλες μου  ,  που δεν ξυπνούσαν τόσο πρωί . Στο δρόμο  συναντούσαμε και άλλα τρακτέρ χωριανών , που πήγαιναν στα χωράφια .  Συναντούσαμε και άλλα κορίτσια χωριανές μας που με το μαντηλάκι στα μαλλιά και αγουροξυπνημένες και  «μαχμουρλούδες» σαν και μας , πήγαιναν για το καπνοχώραφο . Η Φανή και η Αθανασούλα Σωτηριάδου , η Φανή και η Ευδοξούλα Σωτηριάδου , η Ελευθερία Τσακιρίδου , ο Τάκης και η Φωτεινούλα Τσελεπάκη , η Μαρία Εσκιόγλου , η Μαρία Μπουρουτζή , η Νίτσα Εσκιόγλου και άλλες πολλές . 

Στα χωράφια της πρώτης κατηγορίας,   που ήταν και ποτιστικά  οι περισσότεροι είχαν το καπνό τους και  όλος ο κάμπος γέμιζε κόσμο .  

Η μισή  Νέα Δήμητρα ήταν σε αυτήν την πράσινη θάλασσα , όπως έλεγε η μαμά μου .Το ένα χωράφι μας ήταν κοντά στο χωριό ,  η Πρώτη και δεν προλαβαίναμε να  γείρουμε πάνω στα παλιο- χράμια , να συνεχίσουμε τον ύπνο μας .  Στο μακρινό χωράφι όμως,  στο πεντάρι στο Γκοντζάμαρλι , πόση χαρά νιώθαμε που κοιμόμασταν στην διαδρομή πάνω στην καρότσα . 

Μόλις αχνοχάραζε βλέπαμε και τα κάρα να κατηφορίζουν από την στροφή του Παναγιώτη του Καλφόπουλου , ίσια κάτω για τις Πρώτες . 

Φτάναμε και  κατεβαίναμε στο χωράφι , μέσα στο σκοτάδι και ο μπαμπάς μου άναβε την μεγάλη  λάμπα με την ασετυλίνη , για να φωτίζει τις καπνιές . Μπαίναμε ανάμεσα στις καπνιές. Στο μισοσκόταδο βάζαμε τα χεράκια μας  γύρω – γύρω από την  καπνιά και  με δεξιοτεχνία σπάζαμε τα φύλλα .  Τα φύλλα αυτά  είχαν την πρωινή υγρασία ή ήταν βρεγμένα , από το απογευματινό πότισμα . 

Ο πατέρας  μου κάθε φορά μας έλεγε  να μην κόβουμε πολλά φύλλα ,που δεν ήταν ώριμα . Έπαιρνε τα φύλλα ,  που τα είχαμε σε ματσάκια και τα έβαζε στην κούφα  και από εκεί στην καρότσα του τρακτέρ  .   Τα φύλλα έπρεπε να είναι γινωμένα,  ώριμα  και να έχουν  ένα κιτρινωπό προς απαλό πρασινοκίτρινο χρώμα .  Όταν ξημέρωνε και χάραζε ο ήλιος ,  φαινόταν τα χρώματα του καπνού . Το πρώτο μάζεμα του καπνού ήταν τα πατόφυλλα , που ήταν  δύσκολο το μάζεμα , γιατί τα χέρια ακουμπούσαν κάτω στο χώμα. Μετά  το μάζεμα γινόταν  πιο εύκολο .Όλο το χωράφι έπρεπε  να μαζευτεί σε «χέρια» . Πρώτο , δεύτερο , τρίτο  χέρι  και το τελευταίο που το έλεγαν  «ουτς». 

 Αυτό  γινόταν μέχρι το τέλος του καλοκαιριού , που τελείωνε με το τρίτο χέρι και τα τελευταία φύλλα , το λεγόμενο  «ούτς» . Τα ούτσια ήταν εύκολα  στο μάζεμα .  

Κάθε μέρα  χωρίς διακοπή και κάποιες φορές και το απόγευμα , πηγαίναμε στο καπνό . Τα χεράκια μας  γέμιζαν μουτζούρα από την γλίτσα του καπνού.  Μετά από δύο ώρες δουλειάς άρχιζε η λιγούρα και η πείνα . Η μαμά μου έλεγε πως από το καπνό και την μυρωδιά πεινούσαμε τόσο πολύ . Καθόμασταν στην άκρη του χωραφιού  και άρχιζε η μαμά μου να ετοιμάζει φέτες με βιτάμ και μαρμελάδα . 

 Και από το διπλανό μποστάνι  μας ένα καρπούζι , που το συνδυάζαμε με τυρί και ψωμί .Γκουρμέ περίπτωση .  Η γεύση αυτή μας ενέπνεε να συνεχίσουμε . Ο πατέρας μου  μας έφερνε νερό με το παγούρι από την γεώτρηση του χωραφιού μας , γάργαρο και «μπουζ» .  Και ποιος θα έπλενε τα χέρια του .»Η μιλούρα» του καπνού δεν έβγαινε εύκολα . Τρώγαμε με τα χέρια μας και ποιος έδινε σημασία στην  μουτζούρα . Μετά το πρωινό μας συνεχίζαμε το σπάσιμο του καπνού .  

Η μόνη μας παρηγοριά  ήταν το ραδιόφωνο ανάμεσα στις καπνιές κάτω στο χώμα , που άρχιζε το πρόγραμμά του . Η  άλλη μας  παρηγοριά ήταν ο ζωοδότης Ήλιος . Που όταν θα χάραζε , δεν θα μέναμε για πολύ στο χωράφι .Το καπνό μαραινόταν με τον  ήλιο και δυσκόλευε το σπάσιμο .Μαζεύαμε καπνό μέχρι,  που ήταν ακόμη δροσερά και φρέσκα τα φύλλα .  Ο ήλιος , που τόσο περιμέναμε  , μας έκαιγε το κεφάλι μας και όπως ήμασταν αγουροξυπνημένες , μας ζάλιζε . Ο ιδρώτας έτρεχε ανάμεσα από τα μαλλιά μας , παρόλο που φορούσαμε μαντήλα και παρέσυρε  την Μυρτώ κολώνια  ,που είχαμε φορέσει το προηγούμενο βράδυ. 

 Με τα φύλλα του καπνού στο χέρι χαιρετιόμασταν  οι γείτονες . Εμείς είχαμε  δίπλα μας την θεία Ναυσικά με τον θείο Πελοπίδα Σωτηριάδη και τα κορίτσια την Ευδοξία και την Φανή . Πιο εκεί ήταν ο  γείτονάς μας ο Τσελεπάκης ο Θανάσης και η θεία Βασίλω με την Φωτεινούλα και τον Τάκη .  

Και δίπλα μας ο θείος Δημοσθένης με την θεία Βασιλική και τα μικρά Ελευθερία και Μανώλης . Μαζί τους πάντα ήταν και ο παππούς Ντιμαράς  ο Μανώλης . 

Όταν περνούσαν τα κάρα και κάποιοι γύριζαν στο χωριό , αρχίζαμε να γκρινιάζουμε στην μαμά μας για να φύγουμε κι εμείς . 

 Έλεγε η μαμά μου : _ Τάσο , τα κορ(ι)τσάκια κουράστ(η)κανε, φτάνν(ει) .  

Και ο πατέρας  μου έλεγε __Κάντε μια «μόλα « ( διάλειμμα ) και ένα  «χουτζούμ»  ακόμη. 

 Χουτζούμ   (τουρκική λέξη)  ήταν   μια προσπάθεια ακόμη . Και έτσι ξέραμε ότι μετά το χουτζούμ θα ερχόταν και για εμάς η λύτρωση , που ήταν η επιστροφή στο χωριό . 

Μόλις  τον βλέπαμε να «φορτώνει»  την Λάικα , το τρακτέρ  , τότε η χαρά μας ήταν μεγάλη .  Η Λάικα , πατ – πατ,  έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής στο χωριό .  Και εκεί άρχιζε  ένας άλλο αγώνας , που ήταν το πέρασμα του καπνού.  

Η διαδικασία αυτή δεν ήταν  απλώς μια δουλειά ,αλλά μια οικογενειακή παράδοση που μας δίδαξε αξίες , υπομονή και την ομορφιά της συνεργασίας με τους χωριανούς  μας  

Η μάχη  για την επιβίωση, κάτω από τον καυτό ήλιο είχε τελειώσει…για σήμερα . 

Συνεχίζεται … 

Ελένη Τσιφτσόγλου  2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή