Στο Σπίτι της Γιαγιάς Δροσής
Ήταν από καιρό έρημο. Στεκόταν εκεί, μισογκρεμισμένο, σαν να κρατούσε ακόμη μέσα του τις ανάσες και τους ψιθύρους εκείνων που πέρασαν, έζησαν, αγάπησαν και πόνεσαν κάτω απ’ τη στέγη του. Το σπίτι της γιαγιάς Δροσής. Μικρό, χαμηλό, με κεραμίδια που έγερναν κουρασμένα .Το ‘βλεπα χρόνια εκεί, στην άκρη του δρόμου. Ένα μικρό, χαμηλό σπιτάκι. Εγκαταλελειμμένο, ετοιμόρροπο. Όμως εγώ, κάθε φορά που περνούσα, το κοίταζα με μια περίεργη λαχτάρα. Κάτι με τραβούσε. Ίσως οι σκιές που άφησαν πίσω τους όσοι έζησαν εκεί. Ίσως η σιωπή του, που κάτι μου ψιθύριζε. Περνούσα συχνά από μπροστά του. Κάτι με τραβούσε εκεί, σαν άγγιγμα μνήμης. Ήθελα να μπω μέσα, να δω πώς ήταν, να αφουγκραστώ τους τοίχους. Πώς ζούσαν άραγε οι άνθρωποι του; Πώς φώλιαζε η ζωή σε τόσο λίγα τετραγωνικά;
Το σπίτι είχε χτιστεί απ’ την Εταιρεία του Εποικισμού και δόθηκε στους γονείς της Δροσής, τον Δημητράκη και τη Γιωργιά. Είχαν έρθει από το Λαζάρκιοϊ της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης, ξεριζωμένοι , αλλά με μια σπίθα στα μάτια. Η Γιωργιά χήρα ήδη, με δυο παιδιά από τον πρώτο της άντρα ,την Ελένη και τον Βασίλη. Με τον Δημητράκη απέκτησε τρεις ακόμα κόρες, τη Δροσή, τη Φωτεινή και τη Δημητρούλα. Μπήκαν στο σπιτάκι αυτό με ελπίδα και εκεί μέσα, σε τούτο το σπιτάκι, πήγαν να στεγάσουν την ευτυχία τους.
– Θα ριζώσουμε εδώ, της έλεγε ο Δημητράκης. Θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας, θα φτιάξουμε ζωή.
Αλλά δεν πρόλαβαν. Μια πνευμονία θέρισε τον Δημητράκη. Έφυγε το ’26, μόλις 26 χρονών. Η Γιωργιά έμεινε πίσω, μόνη, με πέντε μικρά στόματα. Μα δεν λύγισε.Δεν πρόλαβε να χαρεί ούτε το σπιτικό μας, έλεγε η Γιωργιά στις γειτόνισσες, μ’ ένα αναστεναγμό που δεν τέλειωνε.
Δίπλα στο σπίτι έστησε έναν φούρνο. Έψηνε τα ψωμιά της γειτονιάς, μοσχοβολούσε ο τόπος. Εκεί μέσα πέρασε τη ζωή της.
_ Έλα, Γιωργιά, ψήσε και για μένα δυο καρβέλια, της φώναζαν κάθε πρωί.
– Βάλε τα στον πάγκο, καλή μου, κι έλα το μεσημέρι να τα πάρεις ζεστά.
Τα παιδιά μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν. Εκείνη έμεινε , πάντα εκεί. Και εκεί έκλεισε τα μάτια της, ήσυχα, στον τόπο που ρίζωσε από ανάγκη και κράτησε από αγάπη.
Μετά, γύρισε πίσω η κόρη της, η Δροσή. Στα γεράματα. Στο ίδιο κατώφλι, στην ίδια αυλή. Μα τώρα ο φούρνος είχε γκρεμιστεί. Έμειναν οι σκιές. Και κάτι μυρωδιές παλιές που τις έφερνε ο άνεμος. Μόνη κι αυτή, μαυροντυμένη, είχε χάσει άντρα και γιο. Καθόταν στο κεφαλόσκαλο και χαιρετούσε τους περαστικούς. Αθόρυβη. Όπως ήρθε, έτσι κι έφυγε.
Σήμερα, μπήκα στο σπιτάκι. Δύο μικρά δωμάτια κι ένα κουζινάκι. Σαν να είχε μείνει ο χρόνος ακίνητος. Δύο καρέκλες, ένα μικρό τραπεζάκι, ένα σιδερένιο κρεβάτι. Η πλεκτή κουρτίνα, τραβηγμένη λίγο στο πλάι , ίσως να κοίταξε για τελευταία φορά η Δροσή απ’ το παραθυράκι. Στο σαλονάκι, η παλιά σκαλιστή σερβάντα, ποτήρια, φλιτζανάκια, μπρίκι, καφεκούτια. Όλα στη θέση τους. Η γιαγιά έφτιαχνε καφέ στις φιλενάδες της ,πόσες φορές το ‘χε πιάσει εκείνο το μπρίκι στα χέρια της; Την βλέπαμε συχνά.
– Καλημέρα, γιαγιά Δροσή!
– Καλημέρα, παιδί μου, να είσαι καλά…
Σιωπηλή. Ήρεμη. Σαν να μην ήθελε να ενοχλεί.
Σήμερα μπήκα μέσα.
Δυο δωματιάκια κι ένα κουζινάκι. Στη γωνιά ένα παλιό σιδερένιο κρεβάτι, δυο καρέκλες, ένα τραπεζάκι. Η κουρτίνα στο παραθυράκι τραβηγμένη ελαφρώς στο πλάι , εκεί στεκόταν η γιαγιά και κοίταζε τον κόσμο έξω.
Στο σαλονάκι, μια σερβάντα από σκαλιστό ξύλο, που το θαύμασα .
– Πρόσεχε τα ποτήρια, είναι του γάμου μου, έλεγε η γιαγιά.
Μέσα της ακόμα το μπρίκι, τα φλυτζανάκια, τα καφεκούτια. Μια ζωή αποθηκευμένη σε λεπτομέρειες. Σημάδια μιας άλλης εποχής.
– Να σου φτιάξω έναν καφέ, κόρη μου; Μερακλίδικο;
Πάνω απ’ όλα, το εικονοστάσι. Με το κουρτινάκι του, τις εικόνες, το καντήλι, το λαδάκι ακόμα εκεί. Κι ένας ιστός αράχνης να το ενώνει με τον τοίχο. Αράχνες παντού. Ζωντανές μέσα στην ερημιά.
Έξω, στο κουμάσι, ακόμη ζούσαν οι κοτούλες της. Τις φρόντιζε ο εγγονός της. Ένα απομεινάρι ζωής.
Κι ύστερα… Πέρασα ξανά, μετά από καιρό. Το σπιτάκι δεν ήταν πια εκεί. Ένα επίπεδο οικόπεδο είχε μείνει. Χώμα, ξύλα και κεραμίδια ,μια άμορφη μάζα. Μόνο το κουμάσι στεκόταν ακόμη, με τις κότες να τριγυρνούν σαν να μη χάθηκε τίποτα.
Αλλά χάθηκε. Χάθηκαν άνθρωποι, στιγμές, φωνές. Έγιναν όλα σκόνη. Κι όμως, το σπιτάκι αυτό κράτησε για λίγο την ευτυχία, τον αγώνα, τον καφέ και τη σιωπή. Κι αυτό δεν θα το πάρει ποτέ ο χρόνος.