Στη Γειτονιά της Δαφνιώς
Πάντα μου άρεσε να πηγαίνω στη γειτονιά της γιαγιάς μου, της Δαφνιώς. Μου έδινε την αίσθηση ότι ο χρόνος εκεί σταματούσε λίγο πιο αργά και η κάθε γωνία είχε μια ιστορία να αφηγηθεί. Κάθε πρωί, πριν καλά-καλά ανατείλει ο ήλιος, η γιαγιά έπινε τον καφέ της με τις φιλενάδες της, κάπου ανάμεσα σε συζητήσεις, γέλια και πειράγματα.
- Σήκω, Δαφνιώ, άφησες την πόρτα ανοιχτή πάλι! Φώναζε η κυρά Γιαννούλα, η γειτόνισσα από απέναντι, ενώ περνούσε στον δρόμο και έβλεπε τη γιαγιά να μαζεύει τα απομεινάρια του πρωινού καφέ. Η κυρά Γιαννούλα ήταν πάντα απασχολημένη με τις δουλειές της κουζίνας, αλλά και με το να συμβουλεύει τη γιαγιά μου για το πώς να τηρεί τις παραδόσεις της γειτονιάς.
- Άφησέ με, Γιαννούλα, να ξεκουραστώ λίγο! Έλα, κομά να κάτσμε, της απαντούσε η γιαγιά με το γνωστό της ύφος. « Όλο δουλειές, δουλειές».
Περνούσαμε λοιπόν τη μέρα μας σε σπίτια γεμάτα ιστορίες και γέλια. Η γιαγιά, πάντοτε γεμάτη όρεξη να μιλήσει με όλους, δεν έχανε ευκαιρία να επισκεφτεί τις φίλες της. Στη γειτονιά αυτή δεν υπήρχε στιγμή ησυχίας, καθώς ο ήχος από τα γέλια, τις κουβέντες και τα πειράγματα γέμιζαν κάθε αυλή.
Συχνά πηγαίναμε στη γειτόνισσα Αναστασία, τη Φωτάκαινα .Αλλά εκεί, στη γειτονιά της Αναστασίας, η γιαγιά μου πάντα αναζητούσε μια πιο μεγάλη παρέα . Και φεύγαμε αναζητώντας την .
Το πιο ζωντανό σημείο της γειτονιάς ήταν το σπίτι των Μαρμαρίδηδων. Από εκεί, πάντα ακουγόταν ο ήχος των φωνών, γεμάτος ενέργεια και γέλια. Το σπίτι τους ήταν γεμάτο κόσμο, και η γιαγιά μου, καθώς περνούσαμε από μπροστά, δεν χανόταν ούτε μία ευκαιρία.
- Για εκεί είμαστε! Έλεγε, στρίβοντας με αποφασιστικότητα και οδηγώντας με το χέρι το μικρό μου χέρι στο δρόμο προς την αυλή τους.Και το κατόπι ερχόταν και αυτή στην μεγάλη παρέα .
Μαζί μας πάντα η γιαγιά Σμαραγδή, που ποτέ δεν έχανε τη στιγμή για να συμμετάσχει. Μιλούσε δυνατά, καθώς δεν άκουγε και ήταν πάντα σίγουρη πως όλοι πρέπει να την ακούνε.
- Δαφνιώ, μαρή! Στέκα έρχομαι κι εγώ !
Η γιαγιά Σμαραγδή, περπατώντας αργά με το βήμα της λίγο πιο κοφτό, μας προλάβαινε με τη σιγουριά του ανθρώπου που ποτέ δεν έχει σταματήσει να μιλάει.
Απέναντι από το σπίτι των Μαρμαρίδηδων, η γιαγιά Αθανασία φαινόταν στον αργαλειό της, σκυμμένη πάνω στη δουλειά της. Όπως πάντα, δεν χασομερούσε ποτέ.
- Εδώ θα με βρείτε, μάλιστα, στην καλή δουλειά, μουρμούρισε με ένα γεμάτο χαμόγελο η γιαγιά Αθανασία, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της. Ο αργαλειός της ήταν η ζωή της, και δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.
Η παρέα των Μαρμαρίδηδων δεν καθόταν ποτέ σε ησυχία. Οι γυναίκες , καθισμένες στα σκαμνιά έπλεκαν και δημιουργούσαν . Οι άντρες , έλεγαν για τα παλιά ,για τα χώματα που άφησαν πίσω . Ο Ζαχαριάδης και η Ελένη, τους έβλεπες πάντοτε να συζητούν με πάθος για τα παλιά.
- Θυμάσαι, Δαφνιώ, εκείνο το καλοκαίρι που ήρθαμε και εμείς στο χωριό ; Είπε ο Ζαχαριάδης με μια σπίθα νοσταλγίας στα μάτια.
Η Ελένη χαμογέλασε με ένα ελαφρύ χαμόγελο και αποκρίθηκε: — Τι να θυμάμαι πέρασαν τα χρόνια και νιώθω σαν να ήταν χθες. Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει…Και η γιαγιά μου τους άκουγε με ενδιαφέρον, παρατηρώντας τα μικρά σημάδια της ηλικίας τους που φαινόταν μέσα από τις κουβέντες τους.
Μιλούσαν για το Άκαλαν του Μαρμαρίδη, το χωριό με τα πέτρινα σπίτια και τις κερασιές που άνθιζαν νωρίς την άνοιξη. «Τέτοιο νερό σαν του Άκαλαν δεν ξαναήπια « έλεγε ο Μαρμαρίδης , «κρύο, γάργαρο, κατευθείαν απ’ τις πηγές». Θυμόταν ακόμα τη μεγάλη βρύση στην πλατεία, όπου μαζεύονταν οι γυναίκες να γεμίσουν τις στάμνες τους και να πουν τα νέα.
Το Κερμέν , της Δαφνιώς του Γκάιτατζη, ερχόταν στο νου της με μια γλυκιά θλίψη. «Στο Κερμέν οι αυλές μοσχομύριζαν βασιλικό και δυόσμο» έλεγε. «Το καλοκαίρι το περνούσαμε στις κληματαριές, με τραγούδια . Ήταν ένα χωριό που απλωνόταν πάνω σε έναν μικρό λόφο κι από κει έβλεπες ως πέρα τους κάμπους στο φως του ήλιου».
Το Δυολούκιο του Ζαχαριάδη το έλεγαν τόπο εύφορο, με χωράφια γεμάτα σιτάρι και καπνό. «Δούλευε ο κόσμος, μα κανείς δεν πεινούσε» , έλεγε ο Ζαχαριάδης. «Η γη μας έδινε απλόχερα τους καρπούς της. Τα αλώνια του γέμιζαν ζωή, με άλογα που γύριζαν ασταμάτητα και εμείς παιδιά τότε έτρεχαμε ξυπόλυτα πάνω στα στάχυα.
Η Αρτάκη της Μαρμαριδαίνας, ένα λιμανάκι ζωντανό, με τις βάρκες να λικνίζονται στο νερό και τα σοκάκια να μυρίζουν θάλασσα. «Ψάρι να φας στην Αρτάκη και δεν το ξεχνάς» έλεγε με καμάρι. Οι ψαράδες έβγαιναν πρωί-πρωί κι ως το μεσημέρι είχαν γεμίσει τα κοφίνια τους με γαύρο και τσιπούρα. «Κι οι ταβέρνες μας… άλλο πράγμα. Σαν το κρασί μας, δεν είχε» .
Το Λαζάρκιοϊ , της Σμαραγδής της Αβραμίδου , ήταν ένα χωριό χωμένο μέσα στα δέντρα, με τις κεραμοσκεπές να διακρίνονται ανάμεσα στους λόφους. «Τα πανηγύρια μας ήταν ξακουστά», έλεγε η Σμαραγδή. «Με το ούτι και το νταούλι , όλο το χωριό χόρευε ως το ξημέρωμα». Και τις Κυριακές, μετά την εκκλησία, μαζεύονταν οι οικογένειες στα σπίτια, μοσχοβολούσε ο τόπος ψωμί και ούζο .
Η Αναστασία η Φωτιάδου , η Φωτάκαινα ,έπαιρνε μέρος στις κουβέντες ,φέρνοντας μαζί της εικόνες από τα δικά της βιώματα . Ήρθε με την οικογένειά της από το Αχμέτ Βέη της Βιζύης,
Κουβαλώντας μνήμες από το χωριό της και τις διηγήσεις του πατέρα της, του παπά – Μιχαήλου . Θυμόταν κι εκείνη τις μυρωδιές , τις φωνές των ανθρώπων , τα σπίτια με τις ξύλινες πόρτες όπου έμεναν πάντα ανοικτές για τους γείτονες .
Όλοι είχαν κάτι να πουν ,όλοι κουβαλούσαν ένα κομμάτι της Πατρίδας στην καρδιά τους και έτσι τα χαμένα χωριά ζούσαν ακόμα , μέσα από τις ιστορίες τους .
Έτσι περνούσαν οι ώρες, με τις ιστορίες να ξετυλίγονται σαν κλωστές από αδράχτι, δένοντας τις ψυχές τους με τις πατρίδες που έμειναν πίσω. Οι φωνές τους μιλούσαν για έναν κόσμο χαμένο, αλλά ποτέ ξεχασμένο.
Εκείνη τη στιγμή, το απόγευμα του καλοκαιριού έμοιαζε να σταματάει στο σπίτι τους. Στην αυλή, κάτω από τη δροσιά της ασκαμνιάς, η παρέα γέμιζε τον αέρα με λόγια και γέλια. Κάθε λέξη έμοιαζε να έχει σημασία και κάθε ανάσα να φέρνει κοντά όλους τους ανθρώπους που πέρασαν από αυτή τη γειτονιά, ζώντας τις πιο απλές, αλλά και πιο αληθινές στιγμές τους.
Και εγώ, κάθισα σιωπηλή, ακούγοντας τη ζωή γύρω μου να κυλάει, σκεπτόμενη ότι αυτή η γειτονιά ήταν ο κόσμος ολόκληρος για μένα.
Μιλούσαν για τα παλιά, για ανθρώπους που πέρασαν, για μέρη που άφησαν πίσω τους.
Κουρνιασμένη στη δροσιά της ασκαμνιάς, άκουγα τις ιστορίες τους να μπλέκονται με το καλοκαιρινό απόγευμα, χαράζοντας μέσα μου τη μνήμη μιας γειτονιάς που ποτέ δεν έπαψε να ζει. Στη δροσιά της ασκαμνιάς, άκουγα τις ιστορίες τους να μπλέκονται με το καλοκαιρινό απόγευμα, χαράζοντας μέσα μου τη μνήμη μιας γειτονιάς που ποτέ δεν έπαψε να ζει.