Στης Μπομπότας τον Καιρό .
Τον καιρό της Κατοχής στη Νέα Δήμητρα, τότε που η πείνα θέριζε τα σπίτια και οι άνθρωποι μέτραγαν το αλεύρι , το ψωμί έγινε πολυτέλεια. Το σταρένιο, το άσπρο ψωμί, χάθηκε κι οι φούρνοι έμειναν σιωπηλοί, με τα στόμια τους μαύρα και άδεια.
Μα ο κόσμος δεν σταμάτησε να ζυμώνει. Έπλαθε τη ζωή του με ό,τι του απόμενε. Και τότε γεννήθηκε η μπομπότα, το ψωμί της ανάγκης. Από καλαμποκάλευρο, κίτρινο σαν τον ήλιο ,με νερό και λίγο αλάτι, αν υπήρχε.
Την έτρωγαν ζεστή, καυτή ακόμη, να μη σκαλώσει στον λαιμό. Γιατί, αν κρύωνε, γινόταν πέτρα. Έπρεπε να τη βρέξεις με λίγο λάδι ή να τη συνοδέψεις με μια ελιά, μια μπουκιά τυρί, λίγη ζάχαρη, ό,τι εύρισκε ο καθένας. Κι όμως, εκείνη η ταπεινή μπομπότα έθρεψε γενιές.
Δεν ήταν μόνο ψωμί, αλλά ήταν ελπίδα. Μια γεύση πικρή, μα γεμάτη ζωή.
Το σπίτι μύριζε καλαμποκάλευρο και καπνό από ξύλα. Η μάνα είχε ανάψει τη σόμπα κι έβαζε προσεχτικά το ταψί μέσα, σκεπάζοντάς το με τη λαμαρίνα για να ψηθεί ομοιόμορφα.
Τα παιδιά γύρω της παρακολουθούσαν σιωπηλά, με μάτια γεμάτα λαχτάρα. Κάθε τόσο ρωτούσαν:
— Έτοιμη είναι, μάνα;
Κι εκείνη χαμογελούσε κουρασμένα.
— Λίγο ακόμα, παιδιά μου. Να ροδίσει.
Έξω φυσούσε παγωμένος βοριάς, κι από το τζάμι φαινόταν το χωριό σκυφτό, με ανθρώπους που περπατούσαν αργά, κρατώντας ό,τι μπορούσαν να βρουν για τροφή.
Όταν επιτέλους την έβγαλε, η μπομπότα άχνιζε σαν χρυσάφι. Την έκοψε με προσοχή, μοίρασε τα κομμάτια, κι εκείνα τα παιδικά χέρια τα κράτησαν σαν θησαυρό. Έτρωγαν αργά, να κρατήσει περισσότερο η γεύση, κι ας σκάλωνε καμιά φορά στον λαιμό.
— Τρώγε, παιδί μου, έλεγε η μάνα. Θρέφει.
Κι ήξερε πως δεν ήταν το ψωμί που τους κρατούσε ζωντανούς, αλλά η αγάπη που το είχε ζυμώσει.
Στη γειτονιά, η μυρωδιά της μπομπότας ταξίδευε από σπίτι σε σπίτι. Άλλοτε έφευγε από τη σόμπα της κυρα-Ξανθούλας του Καραγιάνν , άλλοτε από το μαγκάλι της κυρά- Θεανώς του Βασιλόπουλου . Οι γυναίκες αντάλλασσαν ματιές από τα παράθυρα. Καμιά φορά κι ένα κομμάτι, τυλιγμένο σε χαρτί εφημερίδας.
— Πάρε, να φάνε τα μικρά, έλεγε η μία.
— Ο Θεός να σ’ το ξεπληρώσει, αποκρινόταν η άλλη.
Το βράδυ, όταν έπεφτε το σκοτάδι κι έσβηναν τα φώτα , μαζεύονταν γύρω από τη σόμπα. Κάποιος μοίραζε τη μπουκιά του με το μικρότερο παιδί. Και μέσα σ’ εκείνη τη φτώχεια, υπήρχε μια σιωπηλή αξιοπρέπεια, μια γλύκα που δεν χωρούσε λόγια.
Χρόνια μετά, όσοι έζησαν εκείνον τον καιρό, όταν μυρίζουν καλαμποκάλευρο, σταματούν για λίγο.
Η μνήμη ξυπνά . Η σόμπα, η μάνα, το ταψί που έτριζε στο καπάκι, το πρώτο κομμάτι που έβγαινε αχνιστό. Κι ας ήταν σκληρή, κι ας σκάλωνε στον λαιμό, είχε μέσα της κάτι ιερό. Την πίστη ότι αύριο θα είναι καλύτερα.
Κι έτσι, η μπομπότα έμεινε στη μνήμη όχι σαν ψωμί της πείνας, αλλά σαν ψωμί της ζωής.