Στης Μνήμης το Τραπέζι
Το απόγευμα είχε πάρει να γέρνει. Στον ίσκιο της ακακίας ,οι γεροντότεροι είχαν πιάσει πάλι το στέκι τους, στο καφενείο ” Βοράς ” , του Μπόλσουραν. Ήταν η ώρα του ούζου και των αναμνήσεων, εκείνη η ώρα που το χτες ξυπνούσε πιο ζωηρά απ’ το σήμερα.
Ο Αναστασάκος αναστέναξε καθώς έβαζε λίγο νερό στο ποτήρι του.
—”Αχ, βρε Στεργάκο… Το θυμάσαι το Όκλαλι, που ‘μασταν παιδιά και έπαιζαμε στου Χατζή τη βρύς(η);”
Ο Στεργάκος , πιο σιωπηλός πάντα, χαμογέλασε με τα μουστάκια του να τρεμοπαίζουν.
—”Το θυμάμαι, αδελφέ μ’ . Κι η μάνα μας, η Σμαρώ, φώναζε “μην τρέχ(ε)τε ξυπόλ(υ)τα στ’ αγκάθια!”. Αλλά πού να μας βάλ(ει)μυαλό…”
—”Και τα στάρια του πατέρα ,τα κουβάλαγαμε με τον γάιδαρο….
Στο δίπλα τραπέζι, ο Γιαννακής Κυριακίδης κούνησε το κεφάλι.
—«Εμείς στο Λαζάρκιοΐ είχαμε διώροφο σπίτ(ι). Πέτρινο, με κεραμίδια από τη Σηλυβριά. Είχε και ξύλινο χαγιάτ(ι) …”
Ο Δημητρός,ο αδελφός του γέλασε.
—«Και με θέα στον κάμπο. Θυμάσαι, Γιαννακή, όταν ήρθε ο πατέρας μας με το καλάθ(ι)γεμάτο σταφύλια από τα χτήματα; Μοίρασανε σε όλη τη γειτονιά…”
Ο Παπάζουγλος καθόταν πιο κει, σκυμμένος στον καφέ του. Σήκωσε το κεφάλι με τα χοντρά του γυαλιά και είπε πονηρά:
—”Εγώ να σας πω ένα ανέκδοτο από την Πατρίδα; Ένας Ρωμιός, ένας Τούρκος κι ένας γάιδαρος…”
—”Όχι πάλε το ίδιο!» φώναξε γελώντας ο Γιώργης ο Μπαμπατζίκος.
—”Άσε τον, άσε τον, Γιώργη” πετάχτηκε ο Μανώλης ο Εσκιόγλου, της Λεονώρας. «Αυτός θα λέει ανέκδοτα και στον Άγιο Πέτρο!”
“Εσένα να σε δω, Μανώλη, να πεις πάλι για τ’ άλογα του μπαμπά σ’ !» του είπε χαμογελαστά ο Στεργάκος.
Ο Μανώλης ίσιωσε λίγο το σακάκι του, παρότι είχε ζέστη.
—”Τρία άλογα είχαμε! Το ένα, το μαύρο, ήξερε το δρόμο μόνο τ’ για το χωράφι . Κι έτρεχε, που λες, σαν τον αγέρα στην Τσατάλτζα…”
Κι εκεί μπήκε στην κουβέντα ο Θοδώραρος ο Εσκιόγλου .
—”Εγώ έφτασα εδώ από πολλά μέρη… Από το Λαζάρκιοϊ , τη Σηλυβρία μετά Θεσσαλονίκη, μετά Σέρρες κι ύστερα εδώ. Με τα πόδια, με καράβια , με το τραίνο !
—”Κι έζησες να μας τα λες!” του πέταξε ο Παπάζουγλος.
Στην πόρτα στάθηκε ο Αντώνης ο Ιωακειμίδης, της Μαρίκας. Ήταν λαχανιασμένος, αλλά γελαστός.
—”Εσείς εδώ κι εγώ μόλις έφτασα απ’ το χωράφ(ι). Θυμάστε στην Πατρίδα, που βοηθούσα τον Θάνο τον Παρπαρά με τα σακιά;”
Ο Γιώργης του έδωσε καρέκλα.
—”Στο Όκλαλι ήσουν, Αντώνη;”
—”Εκεί. Και κάθε που ζύμωνε η γιαγιά, όλο και μας έδινε καμιά μπουκιά ζεστό ψωμί… Αχ, να τα ‘χαμε τώρα, ε;”
Η ώρα περνούσε, τα ποτήρια αδειάζαν και γεμίζαν, οι κουβέντες κύλαγαν σαν νερό. Το καφενείο γέμιζε φωνές, ιστορίες, γέλια, και πίσω απ’ όλα ακουγόταν σιγανά εκείνο το παλιό παράπονο που δεν λέγεται, μόνο πίνεται σιγά-σιγά, μαζί με το ούζο και τη μνήμη.
Ο Μανώλης ο Εσκιόγλου άναψε τσιγάρο και το κράτησε λίγο στο στόμα του, χωρίς να το ανάψει.
Ο Στεργάκος χτύπησε το ποτήρι του ελαφρά πάνω στο τραπέζι. Οι φωνές χαμήλωναν, το ουζάκι τελείωνε κι η σιωπή γινόταν όλο και πιο βαριά, σαν να είχε κι αυτή τις ρίζες της στα χώματα της Τσατάλτζας.
Και τότε ακούστηκε ένας βηματισμός νεανικός στην πλατεία.
—”Καλησπέρα σας! “είπε μια φωνή ζεστή, καθαρή που ζωντανεύει τον τόπο.
Ήταν ο Μένιος , ο εγγονός του Μανώλη του Εσκιόγλου . Παιδί της μεγάλης πόλης, μα με τη ρίζα μέσα του βαθιά.
Ο Μανώλης χαμογέλασε και του έκανε νόημα να καθίσει δίπλα του.
—” Ήρθες για να μας ακούσεις, ε; ”
—” Ήρθα για την δική σας ιστορία παππού ! Αυτή που δεν γράφεται, αλλά μεταδίδεται απ’ το στόμα.”
Ο Στεργάκος γέλασε.
_ “Κάθισε , παιδί μ’ “.
Ο Γιώργης ο Μπαμπατζίκος ανακάθισε.
—”Να γράψεις και για τον παππού μ’, που έδενε τα άλογα με το βλέμμα του. Ένα του νεύμα κι έμεναν ακίνητα. Λένε πως τους μιλούσε με την ψυχή.”
Ο Θοδώραρος έγνεψε καταφατικά.
—Και για το ταξίδ(ι) να γράψεις. Τον δρόμο από την Ανατολή ως εδώ, αλλά και πόσα έχασαμε , πόσα βρήκαμε…”
Ο Μένιος άνοιξε το τετράδιο.
—”Θα τα γράψω όπως μου τα πείτε. Για να μείνουν. Γιατί κάποτε θα ρωτήσει κι ο δικός μου γιος. Και τότε θα του πω: ” Έλα στο καφενείο της Νέας Δήμητρας. Εκεί είναι η αρχή μας.”
Και το φεγγάρι σηκώθηκε πάνω απ’ το καφενείο. Κι έλαμψε πάνω στα πρόσωπα των παππούδων και στο χαρτί του εγγονού , σαν ευλογία.