Στην Υγειά των Παλιών Καιρών 

Στην Υγειά των Παλιών Καιρών 

Σε κάθε χωριό, σε κάθε γωνιά της παλιάς  Ελλάδας και κυρίως εκεί όπου οι άνθρωποι κουβάλησαν τη ρίζα από τις Πατρίδες στην ψυχή του όπως στο χωριό μας Μαυρονέρι, το καφενείο δεν ήταν απλώς ένας χώρος για ξεκούραση. Ήταν το δεύτερο σπίτι, το καθημερινό λιμάνι, η μικρή σκηνή όπου παίχτηκαν δράματα, κωμωδίες και αφηγήθηκαν οι σπουδαιότερες ιστορίες. 

Εκεί, γύρω από τα παλιά ξύλινα τραπέζια, στήνονταν οι πιο αυθεντικές παραστάσεις ζωής. Με πρωταγωνιστές τους παππούδες μας , άντρες απλοί, γεμάτοι εμπειρία, λύπη, γέλιο, τραγούδι και καρτερικότητα. Κάθε ποτήρι που σήκωναν ήταν ένας χαιρετισμός στο χθες. Κάθε μπουκιά ένας σύνδεσμος με την Πατρίδα που άφησαν, αλλά ποτέ δεν ξέχασαν. 

Το παρακάτω κείμενο είναι ένας φόρος τιμής σε εκείνους. Μια ανάσα γεμάτη εικόνες, μυρωδιές, φωνές και γεύσεις, που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή μια παράδοση τόσο τρυφερή και ουσιαστική. Την τέχνη του να θυμάσαι και να μοιράζεσαι. 

Οι παππούδες στο Μαυρονέρι , με τα πρόσωπα σμιλεμένα από τον ήλιο και τα χρόνια, έβρισκαν πάντα καταφύγιο στο καφενείο ,το λιμάνι της καθημερινότητας. Ο αχνιστός καφές μόλις είχε σβήσει στο φλιτζάνι και το τραπέζι είχε γεμίσει με πιατάκια. 

Τα ποτήρια με το νερωμένο ούζο γέμιζαν και άδειαζαν, καθώς οι συζητήσεις περνούσαν από τα σοβαρά στα ανέμελα, από τη μνήμη στην ελπίδα. 

Κάποιος θυμόταν τη νύχτα που ξέσπασε η μεγάλη φωτιά στα χωράφια του χωριού και πώς όλοι μαζί έσπευσαν να τη σβήσουν, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, σαν μια οικογένεια. 

Άλλος μιλούσε για το πρώτο κάρο που αγόρασε στην Πατρίδα και για το αγαπημένο του άλογο, που το άφησε εκεί. 

Ένας τρίτος διηγόταν τα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς , τις βαλίτσες γεμάτες όνειρα και αναμνήσεις που κουβάλησαν από την Πατρίδα, φορτωμένοι με πόνο αλλά και ελπίδα. 

Όλα αυτά τα λόγια και οι μνήμες ξετυλίγονταν αργά, όσο η νύχτα αγκάλιαζε το χωριό και το καφενείο γινόταν το κύτταρο της ζωής τους. 

Και όταν η ώρα ήταν κατάλληλη, σηκώνονταν όλοι μαζί, χτυπώντας παλαμάκια και τραγουδώντας ,σαν μια μεγάλη οικογένεια που μοιραζόταν το ίδιο όνειρο, την αγάπη για την Πατρίδα, τη ζωή και την παρέα. 

Ανάμεσα στους ήχους και στις μυρωδιές των καφενείων, οι παππούδες σήκωναν τα ποτήρια τους και το ούζο γλιστρούσε δροσερό, παίρνοντας μαζί του καημούς και αναμνήσεις. Ήταν εκεί, στα ταπεινά καφενεία, που η ζωή συνέχιζε και συνεχίζει να κυλάει ,  όπως το ούζο, αργά και γλυκά. 

Το ξύλινο τραπέζι στο καφενείο ήταν πάντα γεμάτο μικρά πιατάκια, που μοσχομύριζαν,  τυρί, ελιές ξυδάτες, πικάντικο λουκάνικο ή ψάρι κονσέρβα. Και φυσικά, φρέσκο ζυμωτό ψωμί. 

Κάθε φορά που οι παππούδες σήκωναν το ποτήρι τους, έπαιρναν και μια μπουκιά από τον μεζέ ,  όχι μεγάλη, όσο χρειαζόταν για να ανακατέψει τη γεύση, να ισορροπήσει το γλυκόπικρο ούζο. Το νερό που έριχναν στο ποτήρι έδινε μια γαλατένια υφή, που φρέσκαρε την ψυχή και καθάριζε τον ουρανίσκο. 

«Μην ξεχνάς, παιδί μου», έλεγε ο Αναστάσης ο Βασιλειάδης, «το ούζο χωρίς μεζέ είναι σαν το τραγούδι χωρίς λόγια. Δεν έχει ψυχή». 

«Έλα, Γεράσιμε, τι θα πάρεις σήμερα;», ρώτησε ο Αναστάσης ο καφετζής, τον Γεράσιμο Ασλιχανίδη ,  με τα μάτια να λάμπουν από γνώση και καλοσύνη. 

«Ένα ούζο, με λίγο νεράκι. Να θυμηθώ τα παλιά ,  όπως το πίνουμε πάντα». 

Από την άλλη άκρη της αίθουσας, ο μπάρμπα-Κώστας ο Ανδρεανίδης άρχισε να τραγουδάει ένα παλιό θρακιώτικο τραγούδι, με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση: 

«Πίνω και μεθώ, κι όλο θυμάμαι…» 

Πιο πέρα, στα τραπέζια, μιλούσαν, έπιναν, τραγουδούσαν: ο Γιάννης ο Αναστασιάδης, ο Αρσένιος ο Αλεξιάδης, ο Νικόλας ο Θεοδωρίδης, ο Ανδρέας ο Ανδρεανίδης, ο Κοσμάς ο Αναστασιάδης, ο Κυριάκος ο Αντωνιάδης, ο Ιωσήφ ο Γαβριηλίδης. 

Σε άλλη παρέα ήταν ο Δημήτρης ο Κεσίδης, ο Ιάκωβος ο Καλτσίδης, ο Νικόλας ο Ξενίδης, ο Θανάσης ο Παπαδόπουλος, ο Λάζαρος ο Παπαδόπουλος, ο Κωνσταντίνος ο Σαχινίδης, ο Θόδωρος ο Τεκτονίδης, ο Λάζαρος ο Φελεκίδης, ο Ιορδάνης ο Χασεκίδης, ο Παναγιώτης ο Χαραμής. 

Κι έτσι, κάθε βράδυ στο καφενείο, ο μεζές γινόταν η γέφυρα ανάμεσα στα λόγια, τις ιστορίες και την παρέα. 

Το δικό τους μυστικό για να κρατούν ζωντανές τις Πατρίδες τους , ακόμα κι αν ήταν μακριά. 

Μπορεί οι χρόνοι να αλλάζουν και οι καρέκλες να αδειάζουν, μα το καφενείο μένει εκεί,  σαν άγρυπνος φρουρός της μνήμης. Εκεί όπου το ούζο δεν είναι απλώς ποτό, αλλά τελετουργία.  Όπου ο μεζές δεν είναι φαγητό, αλλά γεύση από Πατρίδα. Όπου η παρέα δεν είναι απλώς συντροφιά, αλλά οικογένεια. 

Και έτσι, όσο υπάρχει καφενείο, θα υπάρχουν και μνήμες και παππούδες που σηκώνουν το ποτήρι τους στην υγειά της ζωής. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή