Στην Άδεια Πλατέα της Νέας Δήμητρας, Γεμάτη Ιστορίες
Στη Νέα Δήμητρα, πολλές φορές σταματούσα στην Πλατέα και καθόμουν στο γνώριμο παγκάκι, που έγινε σιωπηλός μάρτυρας πολλών από τις κουβέντες μου.
Εκεί συναντούσα δυο χωριανούς, δυο φυσιογνωμίες που είχαν ριζώσει βαθιά στη μνήμη και στην καθημερινότητά μας. Ο Φώτης Γιοβαντσάκης της Εψεβίας και ο Σωτήρης Σαρβανιτίδης της Μαργιορής .
Ο Φώτης, αν και χρόνια εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη, κουβαλούσε μαζί του εικόνες και ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια στο χωριό. Με νοσταλγία θυμόταν πώς, μικρό παιδί ακόμη, δούλευε στον μπαχτσέ του Παπάζογλου και πόσο ευγενική ήταν η γιαγιά Κυριακιώ, η γυναίκα του. Διηγούνταν τις χοροεσπερίδες, γεμάτες φως και μουσική και τη χαρά του όταν για πρώτη φορά καβάλησε το δανεικό ποδήλατο του πατέρα μου, του Τάσου του Τσακάκκ. Με λάμψη στα μάτια περιέγραφε πώς έτρεχε τότε ελεύθερος, ανέμελος, σαν να άνοιγε φτερά.
Κι ύστερα, έφυγε για τη μεγάλη πόλη να κυνηγήσει τα όνειρά του. Μα εγώ πάντα θυμάμαι τον γάμο του εδώ, στη γειτονιά μας, με τα όργανα να αντηχούν, τον πατέρα μου στο ακορντεόν και μένα παιδί ακόμα, να παρακολουθώ χωρίς να φαντάζομαι ότι σύντομα ο Φώτης θα έλειπε από τη μικρή καθημερινότητα του χωριού μας.
Ο Σωτήρης, ο Σαρβανιτίδης, αντίθετα, δεν έφυγε ποτέ. Γεννήθηκε, μεγάλωσε και έκανε την οικογένειά του στη Νέα Δήμητρα. Ήταν και παραμένει μάρτυρας του χωριού, κουβαλητής ιστοριών και γεγονότων που άφησαν σημάδι στον τόπο. Οι αφηγήσεις του ζωντανεύουν πρόσωπα, σκηνές, χαρές και καημούς, όλα όσα συνθέτουν την ψυχή του χωριού μας.
Κάθε φορά που τους συναντώ, βρίσκονται στο ίδιο σημείο , στο κεντρικό παγκάκι της Πλατέας. Εκεί στέκουν, με το βλέμμα στραμμένο και στο χθες και στο σήμερα, δύο άνθρωποι που γέφυρα γίνονται ανάμεσα στις γενιές. Μα η μοναξιά και η ερημιά τούς βαραίνει. Η Πλατέα που κάποτε έσφυζε από κόσμο τώρα σιωπά. Δυο φιγούρες που πατούν γερά στο παρελθόν αλλά κοιτούν ακόμη το παρόν, με μάτια που κουβαλούν μνήμες και σιωπές. Μα γύρω τους η Πλατέα έχει αλλάξει. Κάποτε γεμάτη φωνές και γέλια, τώρα μένει άδεια και σιωπηλή.
Τους υποσχέθηκα πως μια μέρα θα φέρω στην παρέα τους όσα κατέγραψα από τα λόγια τους. Θα τους διαβάσω για τους μπαχτσέδες και τις χοροεσπερίδες, για τα αποχαιρετιστήρια γλέντια των νέων που έφευγαν στρατιώτες, για τους γάμους που ο πατέρας μου έντυνε με το ακορντεόν του, για τα καφενεία όπου αντηχούσαν τα γέλια πάνω από ένα ουζάκι με μεζέ. Για εκείνους που έζησαν δίπλα τους και χάθηκαν.
Κι αυτοί με περιμένουν. Σαν να είμαι γέφυρα στα παλιά, σαν φωνή που θα τους ξαναφέρει για λίγο κοντά τους χαμένους φίλους και τον κόσμο που χάθηκε.
Και θα πάω. Γιατί η υπόσχεση που δίνεις σε ένα παγκάκι της Πλατέας, έχει βάρος, είναι μνήμη, είναι ρίζα, είναι ψυχή.
Κι αυτοί με περιμένουν. Σαν να είμαι γέφυρα στα παλιά, σαν φωνή που θα τους ξαναφέρει για λίγο κοντά τους χαμένους φίλους και τον κόσμο που χάθηκε.
Κι ίσως τότε το παγκάκι να πάψει για λίγο να νιώθει μόνο του. Να ξαναγίνει το στέκι της ζωής, εκεί όπου οι ιστορίες ξαναβρίσκουν τον ήχο τους και οι σκιές των παλιών μας ανθρώπων γίνονται για λίγο παρόν.
Ελένη Τσιφτσόγλου 2025