Στα Ντουβαράκια της Νέας Δήμητρας 

Στα Ντουβαράκια της Νέας Δήμητρας 

Όταν ο ήλιος έγερνε στη Νέα Δήμητρα και η κάψα της μέρας γλύκαινε σιγά σιγά στη δροσιά του δειλινού, οι γυναίκες της Νέας Δήμητρας έβγαιναν από τα σπίτια τους σαν να ήταν συνεννοημένες.  Με τα τσεμπέρια χαλαρωμένα και τις ποδιές ακόμα στη μέση τους , έπαιρναν θέση στις άκρες των αποθηκών, στα ντουβαράκια, εκεί που έπιανε η πιο καλή σκιά. Ολόκληρες γειτονιές ξεχύνονταν στους δρόμους. Το χωριό άδειαζε τα σπίτια του και τα έστηνε στις αλάνες, στις αυλές, στις παλιές αποθήκες, σαν υπαίθριο σαλόνι της καθημερινής ζωής. 

Στο ντουβαράκι του Στράντζαλη, πάνω σε μια πολύχρωμη κουρελού που η κάθε κλωστή της είχε υφανθεί με ιστορίες και αναμνήσεις, καθόντουσαν η κυρά-Φρόσω του Στράντζαλη, η συνονόματή της Φρόσω του Γαληνάκη, η πεθερά της  η Χρυσαλλίς και η Ευδοξία του Λάμπη του Δημητριάδη. Μόνιμες σκιές αυτού του σημείου, σαν να είχαν ριζώσει εκεί, μαζί με τα λουλούδια  της αυλής . 

Οι ιστορίες ξεκινούσαν αργά, σχεδόν ψιθυριστά. Λες και δεν ήθελαν να ταράξουν κανέναν . Μιλούσαν για τους δικούς τους, για τα χαμένα χώματα της Ανατολικής Θράκης, για τα σπίτια που άφησαν, για τους τάφους που δεν πρόλαβαν να αποχαιρετήσουν. Για την Πατρίδα ,με το Π κεφαλαίο. 

Η Ευφροσύνη, η Στράντζαλου, θυμόταν τη μάνα της, την Παναγιώτα, στο Ερμενίκιοϊ της Τσατάλτζας. Παιδί ακόμα κρατούσε το χέρι των αδελφών της όταν έφευγαν. Ο πατέρας είχε χαθεί εκεί και η μάνα χήρα, με τη ζωή στις πλάτες της. Και τα ίδια της τα χρόνια δεν στάθηκαν πιο επιεική. Στον Εμφύλιο της πήραν τον άντρα της, τον Μανώλη και της άφησαν πέντε παιδιά να αναστήσει μόνη, με τη δύναμη που μόνο μια μάνα ξέρει να έχει . 

Η Χρυσαλλίς μιλούσε λιγότερο. Είχε έρθει από το Όκλαλι της Τσατάλτζας με τον άντρα της, τον Γαληνό. Στην καρδιά της κουβαλούσε τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να περάσουν μαζί τους στη νέα ζωή κι αυτά που έφερε μαζί της ,τον Θανάση και την Ανθούλα. Τα είχε για φως και ελπίδα. 

Η νύφη της, η Φρόσω του Θανάση, αφηγούνταν τη διαδρομή της προσφυγιάς, τότε που δέκα χρονών ακολουθούσε τους γονείς της, τον Χαράλαμπο Μαλγαρίδη και την Αθηνά από το Λαζάρκιοϊ της Τσατάλτζας. Έβλεπε ξανά τις εικόνες, τα κάρα, τα καΐκια, τα χέρια που κρατιούνταν σφιχτά για να μην σκορπιστούν στις αποβάθρες της άγνωστης Ελλάδας. 

Η Ευδοξία του Δημητριάδη έσκυβε το κεφάλι. Σαν να ένιωθε ακόμα την απουσία της μάνας της, της Πιστευής, που την έχασε μόλις ήρθαν στη Νέα Δήμητρα. Ήταν μικρή, στην ίδια ηλικία με τη Φρόσω και  ο ξεριζωμός την βρήκε απροετοίμαστη. 

Και όταν έπαιρνε να βραδιάζει κι άρχιζε η ψύχρα να πιάνει , γύριζαν από τις αλάνες και τα παιδιά. Με τα γόνατα γδαρμένα, τα μάτια γεμάτα φως και τις φωνές ακόμα γεμάτες παιχνίδι, κούρνιαζαν κοντά στις μανάδες και τις γιαγιάδες. Πάνω στην κουρελού, γύρω από τα πόδια τους, σαν γατιά πεινασμένα για ιστορίες. 

Ήταν ο Αλέκος, ο Νάσος, ο Γιαννάκης, η Νούλα, η Τασούλα , ονόματα που έδεναν με τα παλιά και γίνονταν κρίκοι στην αλυσίδα της μνήμης. Άκουγαν με λαχτάρα. Ρουφούσαν τις λέξεις, σαν να ήξεραν ότι αυτές θα τους κρατήσουν όρθιους στον καιρό. Μεγάλωναν όλοι μαζί, δεμένοι όχι μόνο με συγγένειες, αλλά και με κοινά βιώματα και τις ίδιες ιστορίες. Και μ’ αυτές  θα πορεύονταν. Όχι σαν βάρος, αλλά σαν φως. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή