Στα Καροποιεία της Νέας Δήμητρας
Ξημέρωσε μια μέρα ακόμη και η κίνηση στους δρόμους του μικρού μας χωριού τής Νέας Δήμητρας είναι μεγάλη .
Μπήκε ο Αλωνάρης και πρέπει να μαζευτεί το χρυσάφι του ,το στάρι .Στους χωματένιους δρόμους αφήνουν τις ροδιές τους τα αλογόκαρα και όλοι έχουν κάποιον προορισμό.
Ο Γιώργης ο Κυριακίδης , ο Μπαμπατζίκος «ζεύει» , ετοιμάζει τα άλογα κάτω στο υπόστεγο της αυλής . Η γυναίκα του, η Τασώ, βοηθάει φέρνοντας «τα χαμούτια « και ο γιός του ο Σταύρος φορτώνει τα εργαλεία , το δεκράνι , το δρεπάνι , το δρυμόνι για το λίχνισμα , την δουκάνα με τις κοφτερές τις πέτρες . Τα κορίτσια είναι έτοιμα με τις άσπρες μαντήλες και τις λαΐνες με το νερό .
Ξεκίνησε ο θερισμός και όλοι τρέχουν . Από το στενό βγαίνει το κάρο τού Γκάιτατζη τού Θανάση βιαστικό και αυτό με έναν κόσμο παιδιά φορτωμένο πάνω του .
Εφτά παιδιά στρωμένα στα ξύλινα του κάρου , πάνω στα κουρελένια χραμάκια που οι ηλικίες τους είναι διάφορες . Τα αγόρια φαίνεται να είναι μεγαλύτερα και τα κορίτσια ίσα—ίσα που θα έχουν αντοχή για δουλειά .Οι ρόδες του κάρου γυρίζουν με συγχρονισμό και τρώνε την απόσταση .Θα φτάσουν στις Πρώτες , τα χωράφια που είναι κοντά στο χωριό και τις ονόμασαν πρώτες , γιατί είχαν την καλή θέση στην περιοχή και το καλό το «καμπάδκο» το χώμα , που έδινε τον καλό καρπό .
Όλοι πήγαιναν να βοηθήσουν στο θέρισμα τού Γιώργη του Κυριακίδη και τις άλλες μέρες θα συνέχιζαν στου Γκάιτατζη .
Η μικρή κοινωνία μας στην Νέα Δήμητρα βασιζόταν πολύ στην συνεργασία και κρατούσε σφιχτούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη της . Ιδιαίτερα στην περίοδο του θερισμού και του αλωνισμού, χρειαζόταν πολλούς βοηθηστάδες .
Η Τασώ ετοίμασε τα καλούδια στο καλάθι , σαλατικά , γιαούρτι , παστές σαρδέλες στο λαδόξυδο, μαύρες ελιές , κρεμμύδια , λαλαγκίτες και ψωμί φρεσκοφουρνισμένο .Τους είχε και σύκο ρετσέλλ ν’ «αλείψνε» στην φέτα τους.
Έτσι ξεκινούσαν οικογένειες και δύο και τρεις και πήγαιναν στον θερισμό .
Το λιοπύρι έκαμνε καμίνι την γη και το θέρισμα έπρεπε να γίνεται τις πολύ ζεστές ώρες της ημέρας .Μόνο τότε ήταν ξερά τα στάχυα και κόβονταν καλύτερα .Όλο το χωριό ήταν έξω στον ‘μερά’ και μόνο οι γιαγιάδες έμειναν πίσω. Ήταν ανασκουμπωμενες στα μικρά κουζινάκια να προλάβουν το φαΐ της οικογένειας για το βράδυ .Και κάποιοι άλλοι δούλευαν σκληρά όλο τον χρόνο αλλά περισσότερο αυτές τις μέρες .
Στην αυλή του σπιτιού του Μπαλίδη του Νικόλα κόσμος πηγαινοερχόταν . Άλλος κρατούσε μια ξύλινη ρόδα από κάρο , άλλος το ζευγόξυλο . Στο καροποιείο του αραμπατζή του Νικόλα , υπήρχε οργασμός εργασίας και δεν προλάβαιναν τις ζημιές .
Το ίδιο γινόταν στο σιδεράδικο των Τσαλικίδηδων , του Βασίλη και του Χρήστου . Στου Ευθυμιάδη του Θανάση του Γαληνάκη σε άλλη γειτονιά διορθώνονταν τα σιδερένια μέρη του κάρου . Και στο καροποιείο του Λάμπη Δημητριάδη ,δίπλα στου Γαληνάκη, θαυμάσαμε κι εκεί τα ωραιότερα κάρα .
Το αρχαιότερο μεταφορικό μέσον είχε τους ειδικευμένους τεχνίτες του στο χωριό μας την Νέα Δήμητρα. Όλο τον χειμώνα έφτιαχναν τα κάρα , που οι αγοραστές ερχόταν και από τα διπλανά χωριά και το καλοκαίρι τα επιδιόρθωναν .
Μετά από την καταπόνηση του θερισμού και του αλωνισμού συνέβαιναν πολλές ζημιές , που έπρεπε να προλάβουν .
Το κάρο αποτελείται από τους τροχούς , την καρότσα και τα δύο ζευγόξυλα , στις άκρες των οποίων έδεναν τα άλογα ή τα βόδια , που έσερναν την άμαξα . Κάθε ένας τεχνίτης έβαζε την προσωπική του σφραγίδα στις κατασκευές του . Άλλος στόλιζε με ζωγραφιές και σκαλίσματα στο ξύλο τα πλαϊνά , άλλος ενίσχυε τα μεταλλικά στοιχεία. Η κατασκευή του απαιτούσε μεράκι και μεγάλη τέχνη .Απαιτούσε χρόνο και τα εργαλεία τους ήταν το σκεπάρνι , το ξυλοφάϊ, η βαριοπούλα, το πριόνι , το σφιχτήρι , η αρίδα . Για την ρόδα έφτιαχναν ένα «κεφαλάρι» με δώδεκα τρύπες για τις δώδεκα ακτίνες της ρόδας .
Ένα σιδερένιο στεφάνι το τύλιγαν γύρω – γύρω και στην φωτιά το ζέσταιναν και το φορούσαν πιο σφιχτά στην ρόδα . Και η καρότσα ήταν πάντα στολισμένη με τα καπάκια της να ανοίγουν . Όλη μέρα στο καροποιείο, άκουγες τον θόρυβο από το σκεπάρνι , την βαριοπούλα και τις φωνές από τους χωριανούς , που περίμεναν την επιδιόρθωση του κάρου τους . Σε αυτά τα εργαστήρια αντάμωναν όλοι οι χωριανοί και αντάλλασσαν μεταξύ τους τις απόψεις τους και έκαμναν τα «μουχαμπέτια» τους .
Ο Θανάσης ο Τριανταφυλλίδης περιμένει στην σειρά γιατί έσπασε το πλαϊνό από το κάρο , ο Σωτήρης ο Αρβανιτίδης περιγράφει πώς έσπασε η ρόδα του .Ο Χρυσοβέργης ο Δημητριάδης απορεί γιατί βγήκε το σιδερένιο στεφάνι , ο Σταματιάδης ο Κωνσταντής περιμένει για το ζευγόξυλό του . Όλοι θα εξυπηρετηθούν γιατί ο Νικόλας ο Μπαλίδης με βοηθό τον γιό του Δημήτρη θα ξενυχτήσουν στο μαγαζί .
Θέρος τρύγος πόλεμος ! Έλεγαν οι παλαιοί και ήθελαν να δείξουν την σημασία και του θέρους και του τρύγου και τους εξίσωναν με τον πόλεμο . Ότι πρέπει να είσαι προετοιμασμένος και να μην χάσεις λεπτό .
Γι’αυτό και στο καροποιείο του Λάμπη του Δημητριάδη , σε άλλη γειτονιά του χωριού μας , περίμεναν άλλοι χωριανοί . Ο Τσάκος, ο Νικόλας ο Τσιφτσόγλου,ο Τσάκος , βιαζόταν να επιδιορθωθεί το κεφαλάρι του κάρου , ο Οδυσσέας της Φανιώς , ο Αλμπανίδης έδειχνε την ρόδα, που έχασε την ακτίνα της .Ο Αξονίδης ο Χριστόδουλος βιαζόταν να πάει να φέρει από το χωράφι, την οικογένειά του . Τα χέρια του Λάμπη δούλευαν γρήγορα ,έμπειρα .Τα ξύλα έτριζαν κάτω από το πριόνι,οι πρόκες μπήγονταν στο ξύλο με ρυθμικούς χτύπους . Οι δουλειές των καροποιών τότε ήταν χρυσές , γιατί κάθε σπίτι σχεδόν είχε το κάρο του και ήταν απαραίτητο για την μεταφορά της οικογένειας στα χωράφια και των γεωργικών προϊόντων και εργαλείων . Ήταν το μέσον πρώτης ανάγκης .
Με αυτό πήγαιναν και στους γάμους και μετέφεραν την νύφη και την προίκα της . Έτσι τα κάρα μέσα σε αυτήν την γιορτινή ατμόσφαιρα ήταν στολισμένα με κορδέλες και λουλούδια .
Αργότερα εμφανίστηκαν τα τρακτέρ και εκτόπισαν τα κάρα και χάθηκε το επάγγελμα .
Οι τελευταίοι καροποιοί ήταν για να διορθώνουν τα μουσειακά κάρα .Το επάγγελμα αυτό που απαιτούσε τέχνη και μεράκι δεν πέρασε από πατέρα σε γιο και εγγονό . Ξεχάστηκε , λησμονήθηκε , παρατήθηκε.
Ο ετήσιος κουραστικός κύκλος του αλωνίσματος , που μαζί με τον θερισμό ήταν για όλες τις οικογένειες του χωριού η πιο σπουδαία και αναγκαία δραστηριότητα για την βασική διατροφή τους και επιβίωση , έκλεισε με την τεχνολογία .
Και με αυτές τις σκέψεις κλείνω αφού βλέπω τα δύο κάρα , που γυρνάνε από το χωράφι . Στο ένα είναι ο Γκάιτατζης ο Θανάσης , η γυναίκα του η Δαφνιώ , τα παιδιά τους ο Βασίλης ,ο Χρήστος , ο Πολυχρόνης , η Φωτούλα , η Αννίτσα , η Καλλιόπη ,η Νίκη .
Και στο άλλο είναι ο Κυριακίδης ο Γιώργης , η γυναίκα του, η Τασώ, και τα παιδιά τους,ο Σταύρος ,η Αμαλία, η Χαρίκλεια και ο Χρυσαφάκης . Κουρασμένα πολύ, ηλιοκαμένα αλλά χαρούμενα πρόσωπα , γιατί έκλεισε μια κουραστική μέρα και μπόρεσαν να προσφέρουν την δούλεψή τους στην οικογένειά τους. Για αύριο έχει ο Θεός !
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023