Στα Καπνοχώραφα της Νέας Δήμητρας «Ξυπνήστε,πουλάκια μου ! « – Μέρος 1ο
Η φωνή της μαμάς μου έσκιζε την σιωπή του πρωινού και ακόμη δεν είχε ξημερώσει.
Εμείς μισοκοιμισμένα , αποκαμωμένα από την κούραση της προηγούμενης μέρας κοιμόμασταν βαθιά .Εκείνη μας παρακινούσε να βιαστούμε. «Κάντε γρήγορα ,ο μπαμπάς περιμένει . Έβαλε μπρος την Λάικα .»
Η Λάικα ήταν ένα αυτοσχέδιο μέσο μεταφοράς ,κάτι σαν τρακτέρ με καρότσα με έναν ήχο τραχύ , που αργότερα θα αντηχούσε στα αυτιά μας σαν την μουσική της παιδικής μας εργασίας.
Πόσος κόπος, πόση προετοιμασία γι ‘αυτήν την στιγμή του μαζέματος του καπνού. Από τον Μάιο γίνονταν τα παρνίκια που ετοιμάζονταν τα φυτά και μετά γινόταν η μεταφύτευση αυτών στα χωράφια.
Αργά το απόγευμα, γέμιζαν όλοι οι δρόμοι του χωριού με ζώα , ανθρώπους, κάρα, τρακτέρ που επέστρεφαν από τα χωράφια Όλοι γίνονταν ένα για να βοηθηθούν και σαν μια οικογένεια μοιράζονταν το κάθε τι , «η ισχύς εν τη ενώσει « ήταν αυτό που ακολουθούσαν .
Οικογένειες κάμνανε συναιτεριλίκι και προχωρούσε γρήγορα η δουλειά τους. Ένα σφιχτοδεμένο σύνολο με χαρές, γέλια, χαρούμενα πρόσωπα και η κούραση ξεπερνιόταν.
Στην περίοδο της φυτείας συνεργάζονταν μεταξύ τους και η νοικοκυρά του σπιτιού που βοηθιούνταν ετοίμαζε το φαγητό για όλους . Μετα από λίγες μέρες έρχονταν όλοι στο
Χωράφι της άλλης οικογένειας .
Μετά από την φυτεία γινόταν το σκάλισμα με το άλογο και την φρέζα για να καθαριστούν τα χόρτα και μέχρι να μεγαλώσουν τα φυτά, για δυο βδομάδες ήταν τα αλώνια , που απασχολούνταν οι μπαμπάδες μας .
Εμείς όμως με την μητέρα μας, ήμασταν στην ‘τσάπα» στο χωράφι με ένα εργαλείο , την τσάπα και κόβαμε τα χόρτα γύρω από την καπνιά . Τάκαρ- τούκαρ η τσάπα και ανασήκωνε το χώμα. Την κρατούσαν τα μικρά χεράκια μας και πονούσαν και οι κραδασμοί της έφταναν μέχρι την μέση μας που τρανταζόταν όλο το σώμα μας .
Το χωράφι φάνταζε ατελείωτο και ο ήλιος ήταν καυτός και ανελέητος και έβλεπες ανθρώπους εξουθενωμένους αλλά γελαστούς .
Πολλά ποτίσματα και ραντίσματα έκανε ο μπαμπάς μας και ήρθε η ώρα να πάμε για το μάζεμα , που το λέγαμε σπάσιμο .
Ντάκα -ντάκα ο ήχος της Λάικας μέχρι να φτάσουμε στο χωράφι ,αντιλαλούσε περνώντας μέσα από το χωριό και σίγουρα κάποιους ξυπνούσε.
Κάτω στον κάμπο συναντούσαμε κι άλλους στα κοντινά χωράφια που ήταν η Δόξα, η θεία Ναυσικά , η θεία Βασίλω, η θεία Βασιλική, η Πασχαλιώ. Πόσο κόσμο συναντούσαμε!
Τα καπνά κρατούσαν ζωντανή, την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων του χωριού και της γειτονιάς και ήμασταν όλοι αντάμα σαν μια οικογένεια.
Όλο το χωριό ήταν ξεχυμένο στον πράσινο κάμπο και παρά την κούραση την στέρηση και το λιοπύρι έβλεπες πρόσωπα γαλήνια, γεμάτα ζωντάνια και χαμόγελα.
‘Έπρεπε να φτάσουμε στο χωράφι γρήγορα και να ριχτούμε μέσα με όρεξη, τεμπελιές δεν σήκωνε και έπρεπε να μαζευτούν πολλά φύλλα.
Οι καπνιές μάς έφταναν σε ύψος και είχαν μεγάλα φύλλα . Η ποικιλία που καλλιεργούνταν στο χωριό μας ήταν η Καμπάκ- Κουλάκ. Εμείς σπάζαμε με μαεστρία τα φύλλα και τα αραδιάζαμε στο άλλο χέρι. Ο μπαμπάς μας έπαιρνε τα αραδιασμένα φύλλα και τα τοποθετούσε στα κοφίνια, κούφες τα λέγαμε και μάς φώναζε συχνά : «όχι άλλο χέρι» δηλαδή να μην παίρνουμε τα πράσινα φύλλα της καπνιάς . Έτσι από μικρά μαθαίναμε την αξία της προσοχής και της τέχνης . Τα” χέρια “για την καπνιά ήταν πέντε και στο τέλος έμενε το «ούτς « που ήταν τα μικρά φύλλα της κορυφής και είχαν εύκολο μάζεμα .
Ο ρυθμός μαζέματος έπρεπε να είναι γρήγορος γιατί πλησίαζε η ανατολή του ήλιου , καθώς τα φύλλα μαραίνονταν και δυσκόλευε το σπάσιμο.
Μόλις ανέβαινε ο ήλιος δυο μπόγια, άρχιζε η κούραση και η λιγούρα από την μυρωδιά του καπνού και ο ιδρώτας έτρεχε γιατί ο ήλιος δεν λυπόταν κανέναν.
Ο τορβάς που είχε έτοιμο, η μαμά μας ήταν η σωτηρία μας γιατί θα ξεκουραστούμε και θα φάμε. Είχε ψωμί, βούτυρο, μαρμελάδα και τυρί , καρπούζι ή πεπόνι το συμπλήρωνε ο μπαμπάς από το μποστάνι μας και πόσο νόστιμα ήταν όλα , όταν τα τρως νηστικός και κουρασμένος.
Το ψωμί γινόταν μαύρο από την πίσσα που είχαν τα χέρια μας και προσπαθούσαμε να την βγάλουμε , τρίβοντας με χώμα, όση έβγαινε.
Μετά από αυτό το διάλειμμα «μόλα» ,το έλεγε ο μπαμπάς μου, μας προέτρεπε να κάνουμε ένα «χουτζούμ»δηλαδή μια προσπάθεια ακόμα για να τελειώσουμε ακόμα λίγες σειρές.
Συνεχίζαμε με την γλυκιά προσμονή της επιστροφής στο χωριό και την Λάικα φορτωμένη .
Εκείνος φόρτωνε τα κοφίνια στην Λάικα και παίρναμε τον δρόμο για το χωριό μας. Επιτέλους! Θα γλυτώναμε από τον ανελέητο ήλιο , αλλά η δουλειά δεν τελείωνε και συνεχιζόταν στην σκιά .
Στην αποθήκη του σπιτιού ήταν στρωμένα κιλίμια όπου καθόμασταν για να περνάμε το καπνό , φύλλο -φύλλο σε μια μεταλλική βελόνα . Μετά πολλές βελόνες μαζί έκαναν το ράμμα. Αυτό το είδος βελονιάσματος γινόταν για χρόνια μέχρι που η τεχνολογία προχώρησε και ανακαλύφθηκαν οι μηχανές αρμαθιάσματος και γλυτώσαμε από την ταλαιπωρία του περάσματος.
Μετά από το πέρασμα του καπνού καθαρίζαμε τον χώρο και μεταφέραμε τα ράμματα με τα καρότσια στα αντίσκηνα όπου μέχρι να κρεμαστούν, ιδρώναμε κάτω από τα νάιλον . Η μικρή μας αδελφούλα, η Δαφνούλα μας, είχε δεξιοτεχνία στο κρέμασμα. Τα μικρά της χεράκια περνούσαν στα κρεμαστάρια γρήγορα τα ράμματα με δεξιοτεχνία.
Αποκαμωμένα από το πέρασμα του καπνού στα νάιλον τσαντίρια , γυρνούσαμε στο σπίτι και ετοιμαζόμασταν να πάμε να συναντήσουμε τις φίλες μας για παιχνίδι και βόλτες . Η κούραση δεν μας αποθάρρυνε από αυτά .
Οι γονείς μας άδειαζαν τα αποξηραμένα καπνά και τα πήγαιναν στην αποθήκη και προετοιμάζονταν για την επόμενη δύσκολη μέρα.
Το μαρτύριό μας δεν τελείωνε με τον ερχομό του Φθινοπώρου.
Τα »σανδάλια» που ήταν μια συστάδα από ράμματα γίνονταν «δέματα» με το «παστάλιασμα» για να πουληθούν όταν περνούσαν αργότερα οι εκτιμητές με τους εμπόρους για την αγορά.
Τα Χριστούγεννα πληρώνονταν από το καπνό και οι γονείς μας αφού πρώτα έδιναν όλα τα χρέη τους πήγαιναν στο παζάρι του Κιλκίς και αγόραζαν όλα τα καλούδια για την μεγάλη γιορτή. Φιστίκια, φουντούκια, σοκολατάκια, σύκα αποξηραμένα, φιρίκια, κουλούρια σουσαμένια δεμένα με ένα άσπρο κορδόνι και μανταρίνια που η μυρωδιά τους τότε σήμαινε Χριστούγεννα για μας .
Αυτή η ταλαιπωρία ήταν αναπόφευκτη στην ζωή μας γιατί έπρεπε να δουλέψουμε μαζί με τους γονείς μας σκληρά που η πορεία τους ήταν διαγεγραμμένη. Έπρεπε να δουλέψουν και αυτοί σκληρά για να εξασφαλίσουν σε μας τα βασικά.
Εμείς όμως είχαμε όλη την ζωή μπροστά μας και αυτό θα ήταν ένα κομμάτι που θα καθόριζε την μετέπειτα πορεία μας και ήταν στο χέρι μας.
Μια χρονιά είχαμε νοικιάσει το χωράφι του θείου Μήτσου που ήταν μπροστά στον δημόσιο δρόμο, περνούσαν τα λεωφορεία με εκδρομείς και μας χαιρετούσαν . Η μαμά μου έλεγε : «πάτε στην γαλάζια θάλασσα κι εμείς είμαστε στην πράσινη θάλασσα « και είχε δίκιο , σε αυτήν την πράσινη θάλασσα παλέψαμε με τα αόρατα κύματα και βγήκαμε νικητές. Σε αυτήν την πράσινη θάλασσα μάθαμε τις αξίες μας , εκεί που μάθαμε να εκτιμούμε τον μόχθο, να τιμάμε το ψωμί και να παλεύουμε για κάτι καλύτερο . Οι δυσκολίες που συναντήσαμε και αυτή η ταλαιπωρία , μας άνοιξαν τους ορίζοντες για κάτι καλύτερο . Δεν ήταν μόνο η μόρφωση που επιζητήσαμε αλλά και η βελτίωση της ζωής μας . Οδηγός αυτή η ταλαιπωρία για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι .
Αυτές ήταν οι αξέχαστες στιγμές μιας άλλης εποχής που πέρασε , χωρίς να επιστρέψει. Αυτός ήταν ο κόσμος μας ,γεμάτος αλήθεια , αδιάκοπη εργασία και αυτές τις αναμνήσεις που μας γεμίζουν νοσταλγία.
Η ιστορία του καπνού αποτέλεσε τον μοχλό ανάπτυξης της περιοχής μας, μαζί με την καλλιέργεια της μπάμιας, του βαμβακιού, των καρπουζιών και των οπωροκηπευτικών.
Τίποτε δεν γυρίζει πίσω και προσπαθούμε σήμερα να ξαναθυμηθούμε για να διασώσουμε και να διαδώσουμε . Όλα αυτά μένουν μέσα μας σαν ένας ψίθυρος από τον παλιό καιρό , που κάποτε φάνταζε τόσο μεγάλος και τόσο δικός μας !
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2022