« ‘ Ω, νεότητα
Πληρωμή του ήλιου
Αιμάτινη στιγμή
Που αχρηστεύεις τον θάνατο.»
Οδ. Ελύτης
Σούρουπο στη Νέα Δήμητρα . Ο ήλιος αφήνει το σκήπτρο του στη νύχτα και το χωριό βάζει τα καλά του .Ήρθε η ώρα να ταξιδέψουμε, να ονειροπολήσουμε σε ένα κομμάτι δρόμου, που είχε τόσες στιγμές, τόσες ώρες γλυκές, τόσες προσμονές . Το λέγαμε Βόλτα . Κατεβαίνουμε τον κεντρικό δρόμο του χωριού μας Νέα Δήμητρα και προχωράμε .Από το γεφυράκι στην νότια είσοδο του χωριού μέχρι και έξω από το χωριό απλώνεται ένα συνονθύλευμα ηλικιών.
Μερικές φορές αυτό το ποτάμι ,για τους πολύ ρομαντικούς, φτάνει ίσαμε την αρχή του διπλανού χωριού. Σε αυτό το ολιγόφωτο μέρος θα δοθούν πολλές υποσχέσεις και θα κριθούν πολλοί έρωτες .
Η ώρα πλησιάζει και εμείς βάζουμε τα καλά μας. Η μίνι τζιν φούστα κυριαρχεί στο ντύσιμο και δειλά δειλά το παντελόνι με καμπάνα. Όλα τα χρώματα παίρνουν μερος σε αυτό το πανηγύρι της νιότης και στην ζωντάνια της ομορφιάς αυτής της ηλικίας .
Το λευκό στις φούστες και το κόκκινο, κίτρινο, τιρκουάζ στα εξώπλατα μπλουζάκια. Τα χειλάκια βαμμένα , το ματάκι με μάσκαρα και κολιέ συνδυασμένα με μεγάλα κοκκάλινα σκουλαρίκια .Λες και χρειάζεται στολίδια αυτή η ομορφιά της νιότης .Ροδαλά προςωπα , φρέσκα, όμορφα ,σφριγηλά κορμιά, μάτια καθαρά και γεμάτα αλήθεια.
Κορίτσια και αγόρια δεν χρειάζονται το σύνθημα γι ‘ αυτήν την μάζωξη γιατί το μυαλό τρέχει στην ανεμελιά . Στα χέρια τα σακουλάκια με τα σπόρια και ίσως και σοκολατίτσα ΙΟΝ αμυγδάλου με την ανθισμένη αμυγδαλιά . Τα σουβλάκια είναι ψημένα στην ψησταριά του ουζερί και μοσχομύριζαν . Σουβλάκι μπορείς να απολαύσεις ένα, με ένα μικρό κομμάτι ψωμάκι στο χέρι . Ποιος θα μπορούσε να καθίσει στο ουζερί .
Από όλες τις πλευρές του δρόμου και από όλες τις γειτονιές του χωριού καταφθάνουν οι ομορφιές . Η «Χαβάη» μπήκε στον ρυθμό .
Μια μικρή ταβερνούλα- ουζερί στην αυλή του σπιτιού του Γιώργου του Τσαλκιτζή του Τσικόλα. Και η φωτιά τσικνίζει τα σουβλάκια.
Στο τζούκ μποξ κάποιος έριξε το δίφραγκο, για να ακούσει το δικό του, ξεχωριστό τραγούδι και να παρηγορήσει τον καημό του.
Ο Κοινούσης ομολογεί « και γω σ αγαπώ και σε σκέφτομαι ακόμα» και ο Πουλόπουλος «θα πιώ απόψε το φεγγάρι « . Έρχεται μια παρέα κοριτσιών. Η Νούλα του Τσακάκκ, η Ραλλού του Νατσάκκ, η Δόμνα της Φινιώς και πιο πέρα κατηφορίζουν η Κατίνα του Νάνου, η Τασούλα της Εψεβίας, η Φανή του Κήμ, η Θωμαή του Μάρογλου.
Η Φυλλίτσα και η Άννα του Καραμανλή, η Μελαχροινή του Τσέτα ,η Ζαχαρούλα του Γιάνκου, η Χρυσή του Νικολακάκκ, η Βάσω του Γκόγκου ,η Κωνσταντία του Λεγώνν και η Τζένη του Διαμαντή , η Ευδοκία του Αντώναρου, η Γιωργία του Στόικου, η Ελένη της Φινιώς, η Τασούλα της Μαίρης του Σοαντζόγλου, η Άννα της Κικής τής Τσάκαινας , η Κατερίνα η Μπόσκου , η Ζαχαρούλα του Αλμπάνν , η Σμαρούλα του Πλαταρά .Το τραγούδι έρχεται στα αυτιά μας και μας κάνει να νιώθουμε χαρά, αγαλλίαση, ευαισθησία.
Πηγαίνοντας προς τα κάτω ακούμε το ,»πουκάμισο το θαλασσί και όταν γυρνάμε …κάποιος ερωτευμένος, προλαβαίνει να συνεχίσει το τραγούδι με το «μέθυσε απόψε το κορίτσι μου».
Στο χωριό μας τα πριγκιπόπουλα δεν έρχονται πάνω στο άλογο . Έρχονται με μοτοποδήλατα και τρακτέρ .Εκτός από τα ομορφόπαιδα του χωριού μας καταφθάνουν και από τα γύρω χωριά με κάθε μέσον , ο Ανθούλης, οι Σκαρλάτηδοι ο Κώστας και ο Χρήστος, ο Ντέντας, ο Αλεξανδράκης , ο Κουμουσίδης, ο Κιλτίδης,ο Χαραλαμπίδης,ο Καρακίδης,ο Παπακωνσταντίνου, ο Χρήστος,ο Ευκλείδης , ο Ηράκλης ,ο Θέμης, ο Γιώργος ο Φλώρος και άλλοι.
Βλέπω και άλλη παρέα να καταφθάνει. Είναι η Διαμάντω και η Χαρίκλεια του Γκάιτατζη, η Φανή του Αλμπανίδη ,η Μαριγούλα του Εσκιόγλου, η Μαρία της Φούλας,η Μαρία του Μπουρουτζή.
Η μουσική εναλλάσσεται με όμορφα τραγούδια. «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί» τραγουδάει ο Χρηστάκης . Ποιος το διάλεξε αυτό και μας χαλάει όλη την ρομαντικότητα …. Και κάποιος πολύ ερωτευμένος, πολύ «καψούρης», τότε εισήλθε στη γλώσσα μας αυτή η λέξη, έβαλε στον δίσκο τον Καφάση να παραδέχεται «περίπτωσή μου αμαρτωλή» Αμέσως μετά η Βάνου βροντοφωνάζει «Αν είναι η αγάπη αμαρτία , θα βγω να το φωνάξω με λατρεία «.
Αααα… κορίτσια ήλθαν και άλλοι στην παρέα μας. Τα αγόρια τού χωριού μας, Γιώργος και ο Σάκης του Γκόγκου ,ο Τάσος ο Μήττας,ο Φώτης του Τσαλή,ο Λεωνίδας του Λεβενταρά, ο Αλέκος ο αδελφός του,ο Πισίκος του Κερέμ, ο Δημήτρης το Καζέπ, ο Ανδρέας της Ζήλας, ο Κωστάκης ο Τσαουσάκος της Ολυμπίας,ο Διαμαντής του Βλάντου,ο Τάκης της Θεανής , οι Μπαλίδηδες ο Κώστας και ο Νίκος ,ο Τάσος και ο Μιχάλης της Μαίρης του Σοαντζόγλου, ο Θεόφιλος, οΤριαντάφυλλος της Ζωηράς,
Μικρή διαδρομή σε μέτρα είναι η βόλτα μας, μικρό το γύρισμα πάνω κάτω αλλά μεγάλη η λαχτάρα και η αναστάτωση στην καρδιά . Αυτό το μικρό κομμάτι δρόμου συνδύαζε την απλότητα και την ομορφιά της ζωής γεμάτο από τραγούδια γέλια και φωνές .
Πηγαίνοντας προς τα κάτω της βόλτας ερχόταν το τραγούδι, »Τι το θες το κουταλάκι» και γυρνώντας, κάποιος προλάβαινε να συνεχίσει το «Μέθυσε απόψε το κορίτσι μου»…..και «Το άγαλμα» όπου ο Πουλόπουλος τραγουδώντας το , δημιουργούσε μια μελαγχολία. Αυτή η διάθεση άλλαζε τόσο γρήγορα και γλυκά με την χαρά της νιότης .
Ας δούμε ποιες άλλες έρχονται…αααα…η Κλεανθίτσα του Πουλάκιμ, η Σούλα του Βαλιού , η Αθηνά και η Βάσω του Γκόγκου, η Κουλίτσα του Κασπάρ με την Κούλα του Παπάζογλου.
Το ρεπερτόριο στο τζουκ- μποξ αλλάζει, ανάλογα με την διάθεση των θαμώνων της μικρής ταβερνούλας Το τραγούδι «Παιδί μου, ώρα σου καλή»… συνοδεύει τους καημούς των ξενιτεμένων χωριανών μας. «Καταραμένη ξενιτιά, μας παίρνεις τα παιδάκια μας και μας αφήνεις την φωτιά» . Γιατί έχουμε και αυτούς, που ερχόταν το καλοκαίρι στο χωριό για να ρουφήξουν όσες περισσότερες ομορφιές μπορούσαν στο αγαπημένο τους χωριό . Και λαχταρούσαν την επιστροφή τους στην πατρίδα τους , το νόστιμον ήμαρ τους .
Μια παρέα αγόρια αστειευόμενοι περνάνε από κοντά μας.Ο Θόδωρος και ο Νίκος του Ζαφειράκκ, ο Κυριάκος της Αφρούλας, ο Τζίμης του Παπαζουγλάκκκ, ο Μιχάλης της Φινιώς , ο Μιλτιάδης του Ντέμου, ο Σταύρος του Καλλιόγλου,ο Χρήστος του Αλμπάνν,ο Μιχάλης του Φύλακτου, ο Οδυσσέας του Αλμπανίδη,ο Σπύρος ο Τσαλικίδης, ο Σωτήρης ο Χατζής ,
«Μια δεκάρα δεν αξίζει η αγάπη σου» …για τον απογοητευμένο και η Κουμιώτη θα «σταματήσει του ρολογιού τους δείκτες» .
Όλη η ατμόσφαιρα έχει κάτι το μαγικό ,το ρομαντικό ,το μυστικό , το αισθαντικό ,το ονειροπόλο .
‘Όλα είναι ερωτεύσιμα και το κάθε τραγούδι παίρνει το δικό του νόημα και μας συγκλονίζει.
Βιαστικά – βιαστικά , κατηφορίζουν η Ελέννν του Τσακάκκ, η Διαμαντούλα της Αδάμαινας,η Χρυσή της Φυλλίτσας, η Αθηνούλα του Αβραμάκκ, η Πόπη του Καράμπελα, η Τασούλα της Ζηνοβίας, η Νίκη της Ζωηράς, η Μαργαρίτα της Αλίκης, η Γαρυφαλλιά της Μαρίκας, η Ευδοξούλα του Στογιαννάκκ, η Χάιδω της Γαρουφαλίτσας, η Μάρω του Καλφόπουλου, η Ιφιγένεια και η Αγαθή, η Μάγδα του Χατζάκκ, η Γαρυφαλλιά τής Ευθαλίας,η Γιαννούλα του Νατσάκκ, η Στεφανία του Γαράκκκ, η Ελένη και Τασούλα τής Αμαλίας ,η Μαρία του Παρούσς , η Αρχοντούλα του Παπάζογλου η εγγονή, η Μπία του Γκιούλλ.
Το τραγούδι συνέχιζε να χαϊδεύει τα αυτιά μας και να μας γεμίζει χαρά .Η Κουμιώτη «θα σταματήσει του ρολογιού τους δείκτες «και ο Βοσκόπουλος θα «ξαναγυρίσει στις αναμνήσεις του….με Αγωνία,» στο «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι…» Ένα αδιάκοπο πηγαινέλα ήταν η βόλτα του χωριού μας με πολλές γλυκές αναμνήσεις . Που η χροιά του μπορούσε να σε πάρει από αυτή την ζωή και να σε μεταφέρει σε άλλους κόσμους.
Πόσο μυστηριακό είναι όλο αυτό που το κουβαλάμε τόσα χρόνια και δεν ξεχνιέται . Όταν το ξαναθυμηθούμε μια χαρά αγγίζει τις χορδές της καρδιάς μας . Και μεγάλες πια περνώντας τα σκαλοπάτια της ζωής μας, αναλογιζόμαστε.
Οι νεανικές φιλίες μας και οι στιγμές χαράς και θλίψης μας δημιουργούν μια νοσταλγική αίσθηση που μας ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, που φαινόταν απλός αλλά ήταν γεμάτος συναισθήματα . Είναι μια ορμή μέσα στην ψυχή , μια θύμιση ότι οι μικρές στιγμές μπορούν να είναι πιο σημαντικές και ότι η νιότη είναι ένας θησαυρός που κουβαλάμε για πάντα μέσα μας . Τα όνειρά μας και οι ελπίδες μας ήταν ακόμα ανέγγιχτα ,τα συναισθήματά μας ήταν αγνά και δυνατά .
Σας έχουν μείνει δίφραγκα για το τζουκ -μποξ ; ή τα ξοδέψατε όλα .
Η βόλτα συνεχίζεται . Πάνω κάτω , μικρή σε μέτρα να απέραντη σε λαχτάρα . Ο δρόμος γίνεται σκηνή ,η νύχτα θεατής , κι εμείς πρωταγωνιστές μιας παράστασης που επαναλαμβάνεται κάθε Σαββατόβραδο .
Ακούω τον Νταλάρα…»Πού ‘ναι τα χρόνια ,ωραία χρόνια που είχες λουλούδια μέσ’ την καρδιά «. Περασμένα τα χρόνια της νιότης που δεν διαρκεί για πάντα .
Και τώρα ακούω Πάριο … ποιος έβαλε αυτό το τραγούδι ;
«Σαν τα πουλιά σκορπίσαμε
Στα τέσσερα σημεία
Τόσες ελπίδες είχαμε
Δεν έμεινε καμία
Άλλος εδώ κι άλλος εκεί
Καθένας κι έναν δρόμο
Ευρώπη και Αμερική
Με έναν σταυρό στον ώμο .»
Αφιερωμένο στην νιότη μας ! Η μουσική σβήνει ,το ξημέρωμα πλησιάζει . Μα η ανάμνηση της βραδιάς μένει . Όπως και οι νεανικές καρδιές που έμαθαν να χτυπούν στο ρυθμό της προσμονής και του ονείρου .
Αύριο ,πάλι από την αρχή .
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2022
.