Σολτάρα της Νέας Δήμητρας 

 Σολτάρα της Νέας Δήμητρας 

Από το χάραμα ακούγονταν οι φωνές κάτω στην μεγάλη  αλάνα έξω από το χωριό , την  λεγόμενη Σολτάρα ,  που η λέξη είναι τουρκική και  σημαίνει διάβα και  φαρδύς δρόμος . 

Οι νοικοκυραίοι πήγαιναν τα ζώα τους ,  τις αγελάδες  και τα βουβάλια μέχρι εκεί . 

Τα ζώα τα  συγκέντρωναν οι αγελαδάρηδες  και κινούσαν για τον κάμπο .  

Δίπλα σε κάθε σπίτι  μέσα στην αυλή ήταν βρισκόταν  ο σταύλος με τα ζώα . 

Όλοι είχαν αγελάδες,  κυρίως για το γάλα τους .  

Το γάλα που έπιναν τα παιδιά τους και έκαμναν την «παπάρα «, το πρωινό τους με ζάχαρη και τριμμένο ψωμί ίσως και λίγο καφέ μέσα . 

 Γιαούρτια , ρυζόγαλα, τυριά ,τραχανάδες …παντού χρειάζονταν το πολύτιμο γάλα  των αγελάδων και των βουβαλιών .  

Οι ίδιοι  οι νοικοκυραίοι τα οδηγούσαν μέσα από τους δρόμους τού χωριού, στην Σολτάρα .  

Πρωί –πρωί ξυπνούσαν οι γονείς μας για να προλάβουν, χουζούρια δεν είχε τότε !  

Η δουλειά τους άρχιζε από το χάραμα και τελείωνε αργά το βράδυ !  

Όταν πηγαίναμε στο σχολείο συναντούσαμε  τους χωριανούς με τα ζώα τους .  

Είμασταν τόσο εξοικειωμένοι  με αυτά που κινούμασταν ανάμεσά τους, χωρίς  φόβο . 

Να πω και πολλές φορές ο  χωμάτινος δρόμος είχε  τις  κοπριές τους !  

Αγελάδες ! Πώς να τις ελέγξεις !  

Στην δυτική πλευρά τού Σχολείου ήταν αυτή η μεγάλη αλάνα και εμείς  ανάμεσα από τα σύρματα τής περίφραξης τού Σχολείου βλέπαμε αυτήν την μάζωξη.  

Εγώ για λίγα χρόνια θυμάμαι τον θείο Βασίλη τον Φωτακίδη με τον γιό του Κώστα  που φρόντιζαν να μαζεύουν τα ζώα και να τα οδηγούν κάτω στον κάμπο . Εκεί  τα ζώα  χόρταιναν με το πλούσιο χαμηλό χορτάρι ανάμεσα στις θερισμένες σιτοκαλαμιές  .  

Ο θείος Βασίλης ήταν όλη μέρα στον ήλιο με τον γιο του τον Κωστάκη και ενώ ήταν μελαμψός γινόταν ακόμη περισσότερο με την επίδρασή του ! 

 Μετά από χρόνια  ήρθαν οι οικογένεια Ισμαήλογλου και ανέλαβαν την φύλαξη και την βοσκή των ζώων του χωριού μας  . 

Πάντα είχαν μαζί τους ένα μικρόσωμο  γαϊδουράκι , που ήταν φορτωμένο με τα χρειαζούμενα , που ήταν  ψωμιά ,φαγητό , νερό  και τρία σκυλιά που ήταν οι ακούραστοι βοηθοί τους .  

Όλοι κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλες μαγκούρες για να» προγκάνε», σπρώχνουν   τα ζώα . 

Ο μπάρμπα –Ισμαήλ έτρεχε ανάμεσα στις αγελάδες και φώναζε….όοοοοοι,. όοοοοοι.  

Με φωνές και σφυρίγματα  έκανε την δουλειά του . 

 Τα αγόρια του ήταν από γύρω και προσπαθούσαν να τις   περιμαζέψουν σε  έναν νοητό  κύκλο  και τα κατάφερναν  !  

Τις οδηγούσαν στο κάμπο,  όπου έβρισκαν χορτάρι . 

Έτσι με την καθοδήγησή τους δεν έμπαιναν σε ξένες ιδιοκτησίες , δεν ξέφευγαν και δεν περιπλανιόταν μόνες τους .    

Όταν άδειαζε η Σολτάρα έβλεπες τις γιαγιάδες με ένα σκουπάκι  και έναν  ντενεκέ να μαζεύουν τις κοπριές για να τις κάνουν καύσιμη ύλη για τα καζάνια  και τις σόμπες . 

Τις κολλούσαν στους τοίχους τής αυλής σάν πίτες και όταν αποξηραίνονταν με τον ήλιο , τις τοποθετούσαν την μια πάνω στην άλλη στην αποθήκη .  

Αυτές ήταν «οι κουπριές « και τις έκαιγαν στις σόμπες όταν έβαζαν μπουγάδα . 

Έτσι ζέσταιναν το νερό στα καζάνια !  

 Έτσι  υπήρχε η αυθεντική σύνδεση των  Νεοδημητριωτών με την γη και τις ανάγκες τους  

 Αν η καρδιά τού χωριού μας Νέα Δήμητρα ήταν η Πλατέα του ,  τότε η Σολτάρα ήταν ο εγκέφαλός του .  

Εδώ συναντιόταν όλο το χωριό και  κανόνιζαν τις  δουλειές τους .  

Εδώ η Σολτάρα ,που αν και φαντάζει μακρινή η εποχή της , ήταν γεμάτη ανθρώπινη ζεστασιά και συνεργασία .Όλη η κοινότητα ζούσε με αλληλεγγύη όπου κάθε μέλος της είχε την έννοια του σπιτικού του αλλά και του χωριανού !  

Τα κάρα πήγαιναν  το πρωί στα χωράφια φορτωμένα με τις  «μαντηλούσες «   χωριανές μας .  

Εδώ αντάμωναν  οι χωριανοί και έλυναν πολλά ζητήματα .  

Πιο κάτω ήταν τα αλώνια όπου  συγκεντρώνονταν με χαρά ! 

Εδώ στα αλώνια θα ρίξουν τον ιδρώτα τους για να πάρουν τον χρυσό καρπό της γης , τα στάρια .  

Θυμάμαι το κάρο του παππού Γιώργη Κυριακίδη  με την νύφη του Κυπαρισσώ(Σούλα ) ,τον  γιό του  Σταύρο και τα μικρά παιδιά τους Γιώργο και Αναστασία  που  πήγαιναν στο χωράφι τους . 

Μια άλλη εικόνα είναι το  δίτροχο κάρο ( η σούστα) τού Δημητρού Κυριακίδη με την Σουλτανή και τα κορίτσια Ευγενούλα και Κλεανθή  που περνούσε μέσα από την Σολτάρα  όταν  γυρνούσαν από το καπνό  στο Γκοτζάμαρλι.  

Πιο πέρα ο θείος Μήττας ο Στέφανος  με την θεία Φούλα πήγαιναν κατά το Γκοντζάμαρλι,  στο καπνό .  

Ο θείος Στέργιος ο Αξονίδης είχε καρπούζια στις πρώτες και πήγαινε να  ποτίσει . 

Και ο Τσάκος ο Τάσος, ο μπαμπάς μου, με την Λάικα (αυτοσχέδιο τρακτέρ ),  πάτ,πάτπάτ… πήγαινε κατά τα Βακούφια . 

Ο Παπαδάς ο Απόστολος πήγαινε με τα πόδια στον μπαχτσέ του φορτωμένος έναν ντορβά . 

Και ο  θείος ο  Κυπαρίσσης ο Τσιφτσής με την θεία Χρυσούλα που τον βοηθούσε ήταν  στο μαντρί τους με τα πρόβατα  δίπλα στην Σολτάρα .  

Στα πλαϊνά τής Σολτάρας θυμάμαι  τις πατόζες  παροπλισμένες , αφού την θέση τους πήραν οι κουμπίνες . 

Ο παππούς Θεοκλής είχε εκεί κοντά τον σταύλο του και πήγαινε με την γιαγιά Ευθυμία και τον γιό τους Χρήστο .  

Πιο πέρα ο θείος μου Χρήστος Καλφόπουλος  είχε την αποθήκη του  και έκαμνε κάποιες εργασίες . 

Στην άκρη τής Σολτάρας ήταν η χαβούζα με το τρεχούμενο νερό , που ερχόταν πάνω από το μπαΐρ του χωριού .  

Η χαβούζα , που ήταν μια μακρόστενη στέρνα  ήταν πάντα γεμάτη με νερό και ξεδιψούσε τα ζώα . Και όχι μόνο !  

Τους καλοκαιρινούς μήνες  τα αγόρια δροσίζονταν μέσα σε αυτήν και έπαιζαν πολλά παιγνίδια . 

 Για τα κορίτσια ήταν απαγορευμένη η πρόσβαση εκεί .  

Επίσης στην χαβούζα  στην γιορτή των Φώτων ,τού Φωτού,    γινόταν η ρίψη τού Σταυρού και έπεφταν τα παλληκάρια  να τον πιάσουν  στα παγωμένα νερά της . 

Η Σολτάρα ήταν γεμάτη ζωή πάντα .  

Προς το μεσημέρι έτρεχαν τα κάρα για να φτάσουν πίσω στα σπιτικά τους φορτωμένα με το καπνό .  

 Οι κάτοικοι από τα τσιφλίκια και τα κοντινά βακούφια ,  την Κοκάρτζα , το Γκοτζάμαρλι  , το Βακούφ ερχόταν για ψώνια  στα μπακάλικα του χωριού.  

Κόσμος από το χωριό πήγαινε και δούλευε στα κτήματά τους . 

 Άλλοι πήγαιναν στα κτήματα  σε γεωργικές εργασίες  και άλλοι στους  μπαχτσέδες τους . Γυναίκες από το χωριό μας πήγαιναν και βοηθούσαν στην Παρασκευή ψωμιού  και άλλες εργασίες  στους μικρούς οικισμούς που ζούσαν οι Βλάχοι και οι Σαρακατσάνοι .  

Επίσης κάρα πήγαιναν κατά το χωριό  Άσπρος που ήταν κοντά τα χωράφια μας «οι λίμνες « και τα χωράφια «καναλόπνιχτα « .  

Για το συγγενικό χωριό Τούμπα Παιονίας Κιλκίς  που είχαμε συγγενική καταγωγή από το Τζελέπκιοϊ  της Πατρίδας πήγαιναν από δω,  αφού περνούσαν τον Αξιό με «το σάλι « την αυτοσχέδια βάρκα .  

 Αργά το απόγευμα γυρνούσαν τα ζώα από την βοσκή στην Σολτάρα  και έβλεπες  αποκαμωμένους τους  γελαδάρηδες να τρέχουν  μετά την κοπιαστική μέρα στο λιοπύρι,   να τα  παραδώσουν στους νοικοκυραίους .  

Πολλές φορές πηγαίναμε με την αδελφή μου την  Νούλα να φέρουμε τα ζώα  και συναντιόμασταν και με άλλα παιδιά .  

Όλοι τότε  βοηθούσαν τούς γονείς τους με προθυμία !  Όλοι συνεισέφεραν με τον δικό τους τρόπο στην κοινότητα που ζούσαν .  

Κόσμος , κάρα ,ζώα  όλοι συνέθεταν ένα ωραίο σκηνικό σάν από ταινία γουέστερν !  

Οι βοηθοί τού μπάρμπα Ισμαήλ,  σάν σύγχρονοι Λούκι Λούκ έτρεχαν με το άλογο  να  παραδώσουν τα ζώα .  

 Και πέρασαν τα χρόνια  !   

‘Έγιναν αναπόφευκτες αλλαγές που φέρνουν τα χρόνια  με απώλεια της παραδοσιακής ζωής .  

 Ένα πρωινό βρέθηκα στην Σολτάρα .  

Κάθησα στην άκρη τής χαβούζας  και αναπόλησα τις παλιές στιγμές ,  που ήταν γεμάτη κόσμο .  

Δεν πέρασε κανένας να μοιραστώ μαζί του,  την θλίψη που ένοιωθα εκείνη την στιγμή !  

Τόσος κόσμος !  Τόση ζωή ! Τόση  ερημιά  !  

 Η βρύση στην χαβούζα εξακολουθεί να τρέχει το νερό της .  

Μοιάζει να συμβολίζει την ανθεκτικότητα της μνήμης και την παρουσία μιάς αιώνιας σύνδεσης με τον τόπο . 

  Η αναθύμιση της Σολτάρας είναι μια μαρτυρία για τις επόμενες γενιές και ένα κάλεσμα να θυμόμαστε την σημασία της κοινότητας .  

Στην έρημη  Σολτάρα  εκείνο το πρωινό μόνο η βρύση  ακουγόταν  που έτρεχε  το νερό της μέσα στην χαβούζα . 

 Ήταν  σάν να μού έλεγε πως εκείνη θα ζεί  και θα υπάρχει για πάντα ! 

Ελένη Τσιφτσόγλου  

Έτος 2023 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή