Σκοτάδι και Φως στην Νέα Δήμητρα
Η διαδρομή από το σπίτι μας στην άλλη άκρη του χωριού , στο σπίτι της γιαγιάς μου ήταν πάντα μια ιδιαίτερη εμπειρία . Η μαμά μου πήγαινε κάθε βράδυ για να βοηθήσει την γιαγιά μου στην περιποίηση του άρρωστου παππού μου .
Θυμάμαι τις νύχτες , όταν το σκοτάδι είχε καλύψει το χωριό και εμείς τότε χωρίς φως ακολουθούσαμε τον δρόμο από την Πλατέα από το σπίτι του θείου μου του Γκάιτατζη του Χρήστου και στρίβαμε δεξιά . Ο δρόμος τότε ήταν από χώμα με πέτρες που ξετρύπωναν ανάμεσα κι εμείς οι μικρές σκοντάφταμε . Το χώμα ήταν ξερό και τραχύ από το κρύο και η μόνη συντροφιά μας ήταν οι ήχοι από τον αέρα .
Το σκοτάδι ήταν απόλυτο και εκείνη την μαγευτική ώρα το μόνο φως που μας συντρόφευε ήταν το μικρό φαναράκι που κρατούσε η μαμά μου . Η διαδρομή εκείνη την νύχτα ήταν πιο δύσκολη γιατί ο καιρός είχε αλλάξει και ο αέρας φυσούσε δυνατά ,σαν να μας έσπρωχνε από πίσω και μας έκανε να επιταχύνουμε το βήμα μας . Το φως του φαναριού χόρευε στην ατμόσφαιρα , δημιουργώντας μικρές σκιές στο έδαφος , που φαίνονταν σαν να ζωντάνευαν σε κάθε μας βήμα .
Η μαμά μας προχωρούσε μπροστά, αργά και σταθερά και εμείς ακολουθούσαμε από πίσω σφιχτά πιασμένες η μία με την άλλη . Η Νούλα σαν πιο μεγάλη ήταν ανεξάρτητη αλλά εμείς τα μικρότερα ήμασταν πιασμένα από το χέρι .
Τα βήματά μας βυθίζονταν στην γη και ο ήχος τους γέμιζε την σιωπή της νύχτας . Από μακριά ακούγαμε τα ουρλιαχτά των σκύλων που αντηχούσαν σε όλη την γύρω περιοχή .
Τα σκυλιά φαίνονταν να περιπολούν στο χωριό και η δυνατή φωνή τους μας έκανε να ανατριχιάζουμε . Περνώντας δίπλα από τα σπίτια του χωριού έμοιαζαν με σκιές μέσα στην νύχτα . Από το φως του φαναριού μπορούσαμε να διακρίνουμε τα παράθυρα και τα νοικοκυριά στην ησυχία του σκοταδιού . Μερικές φορές πίσω από τα μικρά παράθυρα , φαινόταν το φως της λάμπας η της φωτιάς που έκαιγε στο τζάκι . Η μυρωδιά από τον καπνό που έβγαινε από τα τζάκια και τις σόμπες ανακατεύονταν με την υγρασία της νύχτας κι εμείς με το φαναράκι στα χέρια και τις σκιές να μας ακολουθούν προχωρούσαμε αργά προς το σπίτι της γιαγιάς μου της Δαφνιώς . Εκεί συναντήσαμε την θεία Σταθούλα , που πήγαινε ταψιά με φαγητά στο καφενείο του άνδρα της , το Στογιανάκκ.
Στον δρόμο, καθώς προχωρούσαμε συναντήσαμε τον μπάρμπα Μανώλη , τον μπαμπά των δύο φιλενάδων της μαμάς μου της Καλλιόπης και της Ευθαλίας . Η μαμά μου του χαμογέλασε και του είπε καλησπέρα και το φως του φαναριού φώτισε για λίγο το πρόσωπό του . Η συνάντηση μαζί του ήταν σαν να άνοιγε ένα παράθυρο στο παρελθόν, στα παιδικά χρόνια της μαμάς μου. Παρά την ηλικία του , η παρουσία του μπάρμπα – Μανώλη μας πρόσφερε μια αίσθηση ασφάλειας και γαλήνης .
Καθώς προχωρούσαμε στον σκοτεινό δρόμο , συναντήσαμε την θεία Λαμπρινή με την κόρη της Ξανθούλα που πήγαιναν στην μαμά της την Ερασμία ,που ήταν λίγο άρρωστη την περίοδο αυτή . Η παρουσία της θείας Λαμπρινής και η συζήτηση μαζί της έκανε την διαδρομή μας να φαίνεται πιο κοντινή και λιγότερο τρομακτική .
Πιο κάτω συναντήσαμε τον Γιώργο τον Μπαμπατζίκο που πήγαινε στο στάβλο να δει τα άλογά του , όπως μας είπε .
Ωστόσο η μαμά μου συνέχιζε σταθερά και το φαναράκι της φώτιζε τον δρόμο μπροστά μας . Η ζεστασιά της φωνής της και το κουράγιο της μας έδιναν δύναμη . Ξέραμε πως αν συνεχίζαμε μαζί , θα φτάναμε στο σπίτι της γιαγιάς μας , όπου η κακοκαιρία δεν θα μπορούσε να μας αγγίξει . Κι έτσι παρά την ένταση του αέρα βαρδάρη και τής κακοκαιρίας , η διαδρομή αυτή κατέληξε σε ένα καταφύγιο γεμάτο αγάπη και θαλπωρή .
Εκείνο το βράδυ με την διαδρομή μέσα στο σκοτάδι ήταν μια πορεία γεμάτη με τις ιστορίες των ανθρώπων που συναντήσαμε στον δρόμο μας . Μέσα από τις δυσκολίες της κακοκαιρίας, καταλάβαμε πως τελικά , το πραγματικό φως δεν προέρχεται μόνο από το φαναράκι που κρατούσαμε , αλλά και από τις στιγμές που μοιραζόμαστε με τους ανθρώπους γύρω μας . Και έτσι , αν και η νύχτα ήταν σκοτεινή και δύσκολη εμείς φτάσαμε τελικά στον προορισμό μας με την μαμά μας να φωτίζει τον δρόμο μας και συναισθηματικά και καταλάβαμε ότι μαζί της φτάναμε πάντα στον προορισμό μας ασφαλείς και γεμάτες αγάπη !