Ρεΐζ Αντρέας . Η Ιστορία Ενός Ψαρά στο Λαζάρκιοϊ της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης .
Στο Λαζάρκιοϊ της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης,στην Πατρίδα, εκεί που ο χρόνος κυλούσε σαν νερό της λίμνης, ζούσε ο Ρεΐζ Αντρέας. Ψαράς, όπως κι άλλοι στο χωριό, μα αυτός είχε κάτι διαφορετικό. Μιλούσε με τη λίμνη. Την ήξερε, την άκουγε, τη σεβόταν.
«Η λίμνη δεν είναι για όλους», έλεγε στον Νικόλα Τσαλικίδη του Παναγιώτη, τον ξάδερφο και σύντροφό του στις ψαριές. «Θέλει σιωπή και ψυχή. Άμα της πας με εγωισμό, σε διώχνει.»
Οι άντρες του χωριού έβγαζαν τα προς το ζην απ’ τα νερά της λίμνης . Γουλιανοί, πέρκες, χέλια ψάρια λιμνίσια, που χόρταιναν τις οικογένειες και συνόδευαν το ούζο στα καφενεία.
Το καφενείο του Λαζάρκιοϊ, το στέκι τους, ήταν κάτι παραπάνω από τόπος συνάντησης. Εκεί, ο καφετζής άναβε καθημερινά τη θράκα και πάνω της έψηνε φέτες γουλιανό, καλοκαθαρισμένο και πασπαλισμένο με ρίγανη. Μαζί του το «θαυματουργό» ούζο, σπιτικό, δυνατό και γεμάτο αρώματα της Ανατολής.
Στα τραπέζια, οι φωνές γλυκαίνονταν με τραγούδι. Ο αμανές κυλούσε όπως το ποτό, αργά, λυπητερά. Ο Νικόλας έπιανε πρώτος τον σκοπό:
«Αμάν, καρδιά μου, πώς βαστάς,
μακριά απ’ της λίμνης τα νερά…» Κι ύστερα έμπαινε ο Ρεΐζ, με φωνή βαθιά και ήρεμη .
Στο καφενείο του Λαζάρκιοϊ, στην Πατρίδα, καθόταν ο Ρεΐζ Αντρέας, ο ψαράς, και μιλούσε για τους παλιούς καιρούς. Ήταν από τους λίγους που ψάρευαν όχι στη θάλασσα, αλλά στη λίμνη , τη μεγάλη λίμνη ,την Ντερεσού, που απλωνόταν λίγο έξω απ’ το χωριό, στα μέρη της Τσατάλτζας.
«Άλλο ψάρι το λιμνίσιο», έλεγε. «Πιο ήρεμο, πιο γλυκό. Το ξέρεις από τη σάρκα του… Θες να σου πω για τον γουλιανό; Τον πιάνεις με παραγάδι, νύχτα , ήσυχα, χωρίς φωνές. Κι άμα σταθείς τυχερός, πιάνεις τέτοιο ψάρι που ταΐζει τρεις οικογένειες!»
Οι χωριανοί τον άκουγαν με προσοχή. Ήταν γεμάτος εικόνες η φωνή του. Καλαμιές, ομίχλη πρωινή πάνω στο νερό. Καμιά φορά, σταματούσε απότομα και κοίταζε μακριά, σαν να άκουγε το νερό να του ψιθυρίζει ακόμα.
Ήταν ένα παράξενο πρωινό, λίγο πριν τον Δεκαπενταύγουστο . Η λίμνη ήταν γυάλινη, μα ο ουρανός βαρύς. Η μάνα του Ρεΐζ, η κυρά- Ευθυμία , τον κοίταξε με ανησυχία.
«Σήμερα η λίμνη είναι αμίλητη. Μη βγεις.»
Ο Αντρέας δεν μπορούσε να αγνοήσει το κάλεσμα. Είχε τάξει ψάρι για την εκκλησία. Πήρε τα παραγάδια και το βαρκάκι κι έφυγε. Το νερό ήταν πυκνό, σχεδόν κρύο. Τα δίχτυα άδεια. Ο αέρας σιγανός, μα με κάτι απόκοσμο.
Τότε η λίμνη αναστέναξε. Ένα δυνατό ρεύμα αναποδογύρισε σχεδόν το σκάφος. Ο Αντρέας σταυροκοπήθηκε. Άφησε ένα δίχτυ να πέσει . Κι όταν το τράβηξε, ήταν γεμάτο , λες και η λίμνη του είχε δώσει συγχώρεση για την απληστία του. Και πήγε στην εκκλησία και προσευχήθηκε .
Πέρασε ο καιρός
Τα μαντάτα είχαν φτάσει. Ανταλλαγή πληθυσμών. Οι Ρωμιοί της Τσατάλτζας θα άφηναν τα σπίτια τους, τα χώματά τους, τις λίμνες τους και θα πήγαιναν «στη Μητέρα Ελλάδα». Μα κανείς δεν ένιωθε τούτη τη μάνα δική του. Ήταν άγνωστη.
Το καφενείο του χωριού άνοιξε για μια τελευταία βραδιά. Ο καφετζής έβγαλε το κρυμμένο βαρέλι με το παλιό ούζο. Ο Ρεΐζ έψησε τα τελευταία ψάρια της λίμνης. Τα είχε πιάσει το πρωί, σαν να ήξερε η λίμνη πως ήταν το τέλος.
«Θα τη θυμάσαι, Αντρέα;» ρώτησε ο Νικόλας, με μάτια υγρά.
«Θα την κουβαλώ μέσα μου», είπε χαμηλόφωνα. «Η λίμνη είναι άνθρωπος. Είναι Πατρίδα. Δεν την ξεχνάς.» Και ήπιαν και τραγούδησαν όλοι, τελευταία φορά.
Το ξημέρωμα βρήκε το Λαζάρκιοϊ βουβό. Μόνο η λίμνη τους αποχαιρετούσε, μ’ ένα μικρό κύμα στις όχθες. Κι οι άνθρωποι, φεύγοντας, έσκυψαν κι έβαλαν λίγο νερό της σ’ ένα μικρό μπουκάλι , να την κουβαλούν μαζί τους.
Ο Ρεΐζ Αντρέας και οι συγχωριανοί του φτάνουν στην Ελλάδα και προσπαθούν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους με πόνο, αλλά και με πείσμα.
Το καράβι έφτασε σε ένα λιμάνι . Ήταν της Θεσσαλονίκης . Μυρωδιές από πεύκα, από θάλασσα και μια γλώσσα που έμοιαζε δική τους μα δεν ήταν ακριβώς η ίδια. Κάποιοι μιλούσαν καθαρά, κάποιοι πιο τραχιά, άλλοι με δυσπιστία. Οι «νέοι» τους έλεγαν «τουρκόσπορους» και τους κοιτούσαν λοξά. Μα οι ξεριζωμένοι δεν είχαν χρόνο για παράπονα.
Ο Ρεΐζ Αντρέας έσφιξε τα χείλη του. Τι να πεις; Εδώ δεν είχε λίμνη , είχε χωράφια. Του έδωσαν ένα κομμάτι γης στη Νέα Δήμητρα . «Εδώ θα μείνεις», του είπαν. Έστησε ένα πλίθινο σπίτι, έβαλε μέσα το σταυρό που είχε φέρει απ’ την Πατρίδα και μια μικρή εικόνα της Παναγίας, που πήρε φεύγοντας.
Τα βράδια, καθόντουσαν στην αυλή. Ο ξαδελφός του ο Νικόλας έπιανε ακόμα το τραγούδι.
«Ξένος ήμουν και με διώξαν,
κι ήρθα ξένος πάλι εδώ…»
Και σιγά σιγά άρχισαν να ζωντανεύουν. Οι γυναίκες φύτεψαν βασιλικό, οι άντρες έσκαψαν αυλάκια. Ένας έφερε σπόρους για ντομάτες, άλλος για κρεμμύδια. Έστησαν μικρό καφενείο , όχι όπως εκείνο στο Λαζάρκιοϊ, μα κάτι να μαζεύονται.
Ο Ρεΐζ, όμως, πονούσε. Του ‘λειπε η λίμνη. Έψαχνε το νερό, τ’ ακίνητο, το βαθύ , δεν του έκανε η θάλασσα. Ώσπου μια μέρα, ο Νικόλας τον πήρε από το χέρι.
«Έλα, να σου δείξω κάτι.»
Περπάτησαν μακριά στα δυτικά του νέου χωριού που το είπαν Νέα Δήμητρα , σε μια ρεματιά. Εκεί, μέσα στα δέντρα, ανάβλυζε μια μικρή πηγή. Γύρω, καλάμια και πουλιά. Σιωπή.
«Δεν είναι λίμνη», είπε ο Νικόλας. «Αλλά είναι νερό. Και μας το ‘δωσε η γη αυτή.
Ο Ρεΐζ γονάτισε, βούτηξε το χέρι του και σταύρωσε το νερό.
«Θα τη σεβαστώ. Όπως την άλλη. Δεν είναι η Πατρίδα, μα είναι ζωή.»
Τα χρόνια πέρασαν. Τα παιδιά μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν. Ο Νικόλας έμαθε στους εγγονούς να τραγουδούν με μεράκι. Ο Ρεΐζ Αντρέας έμαθε να σκάβει και να ποτίζει ,όχι δίχτυα, αλλά ρίζες.
Κάποιο δειλινό, στο καφενείο του νέου χωριού, τώρα πια λεγόταν Νέα Δήμητρα , ο εγγονός του Ρεΐζ, ο Ανδρέας , έβγαλε μια κατσαρόλα.
«Παππού», του είπε, «σήμερα έπιασα ψάρι. Από τον ποταμό. Το ψήσαμε. Έλα να δοκιμάσεις.»
Ο Ρεΐζ δοκίμασε σιωπηλός. Έκλεισε τα μάτια. Γεύση γλυκιά, γνώριμη.
«Το ίδιο δεν είναι», είπε. «Μα είναι καλό. Κι είναι δικό μας. Ό,τι αγαπάς, γίνεται Πατρίδα.»
Κι ύστερα σήκωσε το ποτήρι με ούζο , σπιτικό, δυνατό.
«Για το Λαζάρκιοϊ», είπε. «Που ζει μέσα μας.»
Κι όλοι, παλιοί και νέοι, ήπιαν μαζί.
Ήταν φθινόπωρο, σχεδόν εκατό χρόνια μετά. Ο εγγονός του Ρεΐζ Αντρέα, ο Ανδρέας, είχε φτάσει στην Τουρκία με ένα μικρό γκρουπ απογόνων προσφύγων. Δεν ήταν τουρίστας. Δεν ήθελε να «δει». Ήθελε να νιώσει. Κρατούσε στο σακίδιό του ένα παλιό μεταλλικό κουτί με λίγο χώμα απ’ τη Νέα Δήμητρα κι ένα μπουκαλάκι με νερό απ’ το ποταμάκι που πότιζε το χωράφι του παππού του.
Περπάτησε ως τη λίμνη. Εκεί, κοντά στο σημείο που οι χάρτες έδειχναν το παλιό Λαζάρκιοϊ, στεκόταν πια μόνο ένα μισογκρεμισμένο χάνι και κάτι θεμέλια σκεπασμένα με αγριόχορτα.
Η λίμνη όμως… ήταν εκεί. Ήσυχη. Ακίνητη. Αιώνια.
Ο Ανδρέας κάθισε σε μια πέτρα κι έμεινε σιωπηλός. Άνοιξε το μπουκαλάκι, το άδειασε προσεκτικά μέσα στο νερό. Το χώμα το άφησε δίπλα στις ρίζες ενός δέντρου.
Έπειτα έβγαλε ένα μικρό ποτηράκι και ένα μπουκαλάκι ούζο. Σέρβιρε μια γουλιά και ψιθύρισε:
«Για σένα, παππού. Για τη λίμνη σου. Για την Πατρίδα που δεν πέθανε.»
Άκουσε τότε ένα ελαφρύ θρόισμα στα καλάμια. Ίσως ήταν ο άνεμος. Ίσως ήταν ο Ρεΐζ Αντρέας, που ξαναγύρισε στη λίμνη του για λίγο , με τη φωνή του αμανέ και την ψυχή του ανθρώπου που δεν ξέχασε ποτέ.
Ο Ανδρέας δεν είπε τίποτα άλλο. Μόνο έμεινε να κοιτάζει τη λίμνη ώσπου να δύσει ο ήλιος.
Ο Ανδρέας Τσαλικίδης, γνωστός σε όλους ως Ρεΐζ Αντρέας, ήταν γιος του Αναστάση και της Ευθυμίας και εγγονός του Ανδρέα Τσαλίκη, Τσαλικίδη ή Τσαλίκογλου. Ήταν άνθρωπος γεροδεμένος, σοβαρός, με πρόσωπο που το σκάλισε η ζωή και μάτια που κουβαλούσαν την Ανατολή, τον καημό της απώλειας, μα και τη δύναμη της επιμονής.
Με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, εγκατέλειψε τη γενέθλια γη για Λαζάρκιοΐ και ήρθε πρόσφυγας στη Μακεδονία. Πρώτα στην Κερκίνη και κατόπιν στη Νέα Δήμητρα, μαζί με τα παιδιά του: τον γιο του τον Αναστάση, τον Πασχάλη ,τον άντρα της Ζήλας και τις κόρες του, την Κατερίνα και τη Χαριτωμένη. Οι άλλοι δύο γιοι του, ο Σπύρος και ο Σαράντης, έμειναν στην Κερκίνη.
Ο Ρεΐζ Αντρέας δεν πρόλαβε να δει τα σκοτεινά χρόνια που θα έρχονταν. Πέθανε το 1939, λίγο πριν η Ελλάδα βουτήξει στο καμίνι του πολέμου και ύστερα στον δικό της, αιματηρό Εμφύλιο. Ίσως, με έναν παράξενο τρόπο, ήταν ευλογία που δεν πρόλαβε να ζήσει τον χαμό των παιδιών του.
Γιατί μετά τον θάνατό του, η οικογένειά του ρήμαξε. Ο Αναστάσης, ο Σπύρος, ο Σαράντης χάθηκαν στα μαύρα χρόνια του Διχασμού. Η κόρη του, η Χαριτωμένη και η εγγονή του, η Πασχαλίτσα, έφυγαν κι εκείνες νωρίς άδικα . Ο τελευταίος του γιος, ο Πασχάλης, πέθανε από ασθένεια, μόλις 62 ετών, αφήνοντας πίσω του τη γυναίκα του, την Ωραιοζήλη – τη Ζήλα – και τα παιδιά τους .
Ο Ρεΐζ Αντρέας έζησε σκληρά, αλλά δεν έζησε για να δει την πιο σκληρή μοίρα. Έσπειρε ρίζες σε ξένη γη, έβαλε θεμέλια για τις επόμενες γενιές. Και μπορεί να έφυγε νωρίς, μα η μνήμη του έμεινε βαθιά χαραγμένη στους απογόνους του, σαν ρίζα δέντρου που δεν ξεριζώνεται.
Κι έτσι έμεινε ο Ρεΐζ Αντρέας στη μνήμη των παιδιών και των παιδιών των παιδιών του. Όχι μόνο σαν όνομα σε ένα χαρτί, ούτε μόνο σαν πρόσωπο σε μια ξεθωριασμένη φωτογραφία. Αλλά σαν ρίζα βαθιά, που πάλεψε με πέτρες και άγριους ανέμους για να δώσει σκιά και καρπό στους επόμενους.
Έφυγε χωρίς να δει το σκοτάδι που θα σκέπαζε την οικογένειά του. Ίσως η μοίρα να τον φύλαξε από εκείνον τον πόνο. Ίσως η αγάπη των δικών του να τον κράτησε ζωντανό, κάθε φορά που το όνομά του λεγόταν με σεβασμό, κάθε φορά που μια ιστορία του λεγόταν από στόμα σε στόμα γύρω από ένα τραπέζι.
Γιατί οι άνθρωποι σαν τον Ανδρέα Τσαλικίδη δεν χάνονται. Όσο υπάρχει χώμα που θυμάται τα βήματά τους, σπίτια που χτίστηκαν με τα χέρια τους, μπαχτσέδες που πότισαν και άνθρωποι που τους μνημονεύουν , ζουν.
Κι όταν φυσάει ο αέρας στις αυλές της Νέας Δήμητρας, είναι σαν να τον φέρνει πίσω για λίγο. Σαν να περπατά πλάι στους απογόνους του, ήσυχος, περήφανος, αόρατος και παρών.