Ρίζες και Μνήμη. Η Ιστορία του Κωνσταντίνου Πραξιγά .
Στα εύφορα εδάφη της Ανατολικής Θράκης, στο χωριό Όκλαλι της Τσατάλτζας, ζούσαν ο Νικόλας Πραξιγάς( 1870-1958) και η Ερηνιώ(1877-1953), ένα ζευγάρι που η μοίρα τους ένωσε με την ελπίδα να δημιουργήσουν μια οικογένεια γεμάτη αγάπη. Ο Νικόλας, ο γιός του Στέργιου και της Ευπραξίας και η Ερηνιώ, η κόρη του Γεωργίου Αρχοντίδη και της Αικατερίνης από τις κοντινές Καστανιές, παντρεύτηκαν με όλα τα έθιμα του τόπου τους. Ωστόσο, ο χρόνος περνούσε και η ευλογία ενός παιδιού δεν ερχόταν.
Στο γειτονικό χωριό Μπογάζκιοϊ, η Σμαράγδα Αλμπάνη, νεαρή χήρα με δύο παιδιά, τον Κωνσταντίνο και τη Δέσποινα, βρέθηκε αντιμέτωπη με τις προκλήσεις της εποχής. Η κοινωνία δεν επέτρεπε σε μια γυναίκα να μείνει μόνη, τόσο για οικονομικούς όσο και για ηθικούς λόγους. Τα αδέλφια της την έπεισαν να δώσει το ένα παιδί της, ώστε να μπορέσει να ξαναπαντρευτεί και να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον. Έτσι, ο μικρός Κωνσταντίνος βρέθηκε στην αγκαλιά του Νικόλα και της Ερηνιώς, φέρνοντας φως και χαρά στο σπιτικό τους.
Η ζωή ςτο Όκλαλι κυλούσε με τον Κωνσταντίνο να παίζει ξέγνοιαστα με τα ξαδέλφια του, τα παιδιά της Χρυσαλίδας και του Γαληνού Λεονταρίδη ,τον Χρήστο, τον Παναγιώτη, τον Θανάση και την Ανθούλα. Όμως, οι άνεμοι της ιστορίας έφεραν την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, αναγκάζοντας τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Πρόσφυγες πλέον, βρήκαν καταφύγιο στη Νέα Δήμητρα ,το 1924 όπου αρχικά έζησαν σε αντίσκηνα και αργότερα σε σπίτια που τους παραχώρησε ο Εποικισμός.
Ο Κωνσταντίνος, τότε δέκα ετών, συνέχισε να μεγαλώνει με τα παιδιά της γειτονιάς, τη Μαρία του Τσάκου, τον Γιοβαντσάκη τον Απόστολο, τον Γιαγκογλου τον Θεόκλη, τον Βασίλη του Διάκου, τον Βασίλη του Εμμανουηλίδη, τον Στέργιο τον Ιωακειμίδη, τον Γιώργο Ιωαννίδη της Χρυσάνθης, τον Λεωνίδα Καλφόπουλο , τον Θεοκλή Παναγιωτίδη , τον Σωτήρη Παρπαρά , τον Πέτρο Τσομπανάκη , τον Στέφανο και Σαράντη Τσιφτσόγλου , τον Μανώλη Τσακιρίδη . Η φτώχεια δεν εμπόδιζε το γέλιο και τα παιχνίδια στις αλάνες της Νέας Δήμητρας.. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, οι νεαροί αυτοί φίλοι έγιναν άντρες, δουλεύοντας σκληρά στα ξύλα που κουβαλούσαν με τα κάρα από τα βουνά των Κρουσσίων. Όταν ήρθε η ώρα του γάμου, ο Κωνσταντίνος έστρεψε το βλέμμα του στη γειτονιά του, όπου ζούσε η οικογένεια του Χαράλαμπου Παναγιωτίδη και της Καλής Καραγκιόζη, με τα δύο τους παιδιά, τον Βασίλη και τη Μαργιορή. Ένα βλέμμα ήταν αρκετό για να ανάψει η σπίθα. Το προξενιό έγινε και η Μαργιορή δέχτηκε με χαρά. Ο γάμος τους ευλογήθηκε με τη γέννηση δύο αγοριών ,του Νίκου το 1937 και του Θανάση το 1939.
Όμως, η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Στα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου, το 1944, ο Κωνσταντίνος, μόλις τριάντα ετών, δολοφονήθηκε άδικα. Η δολοφονία του Κωνσταντίνου ήταν ένα από τα πολλά τραγικά περιστατικά εκείνης της εποχής ,όταν οι πολιτικές διαφορές και το χάος του πολέμου χώριζαν τους ανθρώπους .
Έτσι χάθηκε ο Κωνσταντίνος , αφήνοντας τη Μαργιορή (1914-1964), χήρα με δύο μικρά παιδιά. Με αξιοπρέπεια και δύναμη, κουβαλώντας τη βαριά απώλεια του άνδρα της, η Μαργιορή μεγάλωσε τα παιδιά της, που εξελίχθηκαν σε αξιόλογους ανθρώπους. Ο Νίκος, γνωστός στη Νέα Δήμητρα για το «Αγοραίον» του, και ο Θανάσης, επιτυχημένος επαγγελματίας, τίμησαν τη μνήμη των γονιών τους.
Λίγο πριν φύγει , η Μαργιορή γνώρισε τη χαρά που φωτίζει την ψυχή . Η πρώτη της εγγονή είχε έρθει στον κόσμο ,ένα μικρό πλασματάκι με μάτια γεμάτα ζωή κι εκείνη πρόλαβε να την κρατήσει στην αγκαλιά της και να χαϊδέψει τα μαλλιά της . Και ύστερα όταν ήρθε η μέρα της βάφτισης ,όταν ο παπάς πρόφερε το όνομα « Μαρία « τα μάτια της βούρκωσαν . Ήταν η δική της συνέχεια ,το όνομά της που δεν θα χανόταν ,αλλά θα ταξίδευε στον χρόνο , ζωντανό και δυνατό . Δεν πέρασε πολύς καιρός και η Μαργιορή έφυγε ήσυχα. Είχε προλάβει να δει τη Μαρία , να ακούσει το όνομά της να ξαναγεννιέται .
Ο Νικόλας και η Ερηνιώ έζησαν τον πόνο της απώλειας του γιού τους, του παιδιού που μεγάλωσαν με τόση αγάπη. Ο Νικόλας έφυγε από τη ζωή το 1958, σε ηλικία 90 ετών, και η Ερηνιώ το 1953, σε ηλικία 77 ετών. Η ζωή τους, γεμάτη χαρές και λύπες, αποτελεί μαρτυρία της ανθρώπινης αντοχής και της δύναμης της οικογένειας.
Στην φωτογραφία – κειμήλιο , σαν ένα παράθυρο στο παρελθόν , που έχουμε δει από το ξύλινο σχολείο της Νέας Δήμητρας, ο Κωνσταντίνος Πραξιγάς μαζί με τους συμμαθητές του, ανάμεσα στα άλλα προσφυγόπουλα , κουβαλά στο βλέμμα του την ιστορία των γονιών του ,την ξεριζωμένη πατρίδα ,την ανάγκη για ένα νέο ξεκίνημα
Τώρα , γνωρίζοντας τη μοίρα του Κωνσταντίνου , η εικόνα αυτή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα . Είναι σαν να κουβαλά μέσα της όλη την ιστορία του ,από το προσφυγόπουλο του 1929 στον νέο άντρα που έμελλε να χάσει τη ζωή του άδικα το 1944. Μέσα από αυτή τη φωτογραφία , η μνήμη του Κωνσταντίνου και των υπόλοιπων παιδιών εκείνης της γενιάς μένει ζωντανή ,θυμίζοντας τον αγώνα ,τις ελπίδες και τις θυσίες τους .
Ελένη Τσιφτσόγλου 2025