Ο Τάσος το Τσακάκκ  

Ο Τάσος το Τσακάκκ  

Ο ήχος του ακορντεόν γέμιζε τον αέρα, σαν να έφερνε μαζί του αναμνήσεις παλιές, αθάνατες, Βγαλμένες από την ψυχή του τόπου. Στο κέντρο του κύκλου, ο Τάσος το Τσακάκκ, με τα μάτια να λάμπουν από κέφι,οδηγούσε το χορό, έδινε ρυθμό στη χαρά  έπλεκε μουσική με το συναίσθημα. Δεν ήταν μόνο οργανοπαίκτης.  

Ήταν η ψυχή της γιορτής, του κεφιού, εκείνος που έδινε πνοή στα πανηγύρια, στους γάμους. 

Στις στιγμές που ένωναν ανθρώπους και γενιές. Ποιος δεν έχει χορέψει στον ρυθμό του; Ποιος δεν έχει τραγουδήσει μαζί του εκείνο το γνώριμο τραγούδι της νύφης;  

«Ωραία είναι η νύφη μας,  

Ωραία τα προικιά της 

Ωραία και η παρέα της 

 Που κάνουν την χαρά της. 

Ένα τραγούδι θα σας πω 

 Απάνω στο ρεβίθι 

 Χαρά στα μάτια του γαμπρού  

Που διάλεξαν την νύφη…» 

Ποιος δεν το έχει χιλιοτραγουδήσει; 

 Ένα ακορντεόν στα χέρια και στη μέση  του χορού ο οργανοπαίκτης , ο Τάσος ή όπως τον ήξεραν όλοι, το Τσακάκκ .  

Ο πατέρας μου. 

 Ήταν ο άνθρωπος που με την μουσική του ένωσε τα πάντα γύρω του, γενιές και οικογένειες.  Και κάθε φορά που τραγουδούσε και έπαιζε μουσική  το πρόσωπό του έπαιρνε μια  λάμψη σαν να γύριζε πίσω στο χρόνο , τότε που η  μουσική ήταν μια κληρονομιά που του μεταδόθηκε. 

Ο χορός σε κύκλο με τους συγγενείς  και φίλους και πρώτη να σέρνει το χορό η νύφη. 

Δίπλα οι γονείς με μάτια υγρά, που αποχαιρετούσαν την κόρη από το πατρικό της σπίτι και σε  πολλά σπίτια ακούστηκε αυτή η μουσική. Έφευγαν οι κόρες με το τραγούδι και τον χορό και ο οργανοπαίκτης έπαιζε λες και γινόταν μυσταγωγία. 

Ο πρωταγωνιστής αυτής της παράστασης έβαζε φτερά στα πόδια των χορευτών και πήγαιναν με τον ρυθμό που έδινε. 

Ο Τάσος το Ταακάκκ, λίγοι γνώριζαν το επίθετό του Τσιφτσόγλου, ήταν ο τελετάρχης, ο μουσικός ,ο ερμηνευτής, ο διασκεδαστής. Και όπως είχαν  πει  κάποιοι  γάμος χωρίς Τσακάκκ δεν γινόταν. Και είχαν δίκιο. 

Έτσι ο Τάσος, αποτελούσε την πεμπτουσία του να είσαι πραγματικά αυτοδίδακτος. Με τα πρώτα του ακούσματα, να έχουν σαφέστατα ρίζες της ελληνικής μουσικής παράδοσης και με το πρώτο του παιδικό μικρό ακορντεόν, στα παιδικά του χέρια των δώδεκα χρόνων έκανε πρόβες και περνούσε το μεράκι του και  αυτό κρυφά από τους γονείς του.  Ο πατέρας του ο Νικολάκης, ο  γνωστός Τσάκος, ούτε να ακούσει για μουσική και γλέντια. Την εποχή εκείνη όσοι ασχολούνταν με την μουσική ήταν άνθρωποι του υπόκοσμου, αλήτες όπως έλεγε και απαγόρευε στον γιό του να ασχοληθεί με αυτήν. 

Μετά από χρόνια στα δεκαεννιά του, όταν ο πατέρας του έφυγε από τη ζωή, ο δρόμος  του προς την μουσική έγινε μονόδρομος. Ένας τρόπος να στηρίξει την οικογένειά, να βγάλει το ψωμί του, αλλά και να δώσει πνοή σ’ αυτό που πάντα ήξερε ότι γεννήθηκε να κάνει.  

 Με το πρώτο επαγγελματικό ακορντεόν, αγορασμένο με δόσεις, επισκέπτεται την γιαγιά Αδάμαινα, την Ελένη Τσαμπαζάκη, η οποία  του μαθαίνει τραγούδια της τότε εποχής. Η γιαγιά Αδάμαινα δεν δίστασε ούτε στιγμή και ήξερε ότι η μουσική και τα τραγούδια ήταν ένα δώρο που έπρεπε να το μεταδώσει, να το μεταφέρει στους νέους, για να συνεχιστεί η παράδοση της Νέας Δήμητρας.  

Προικισμένος με το νέο του όργανο, την δυνατή ωραία φωνή του, το μεγάλο ρεπερτόριο, το μεράκι του και πολεμώντας όλες τις αναστολές του, βρέθηκε στον πρώτο του γάμο στο  χωριό μας. Εκείνο το πρώτο του επαγγελματικό ακορντεόν, ήταν η αρχή μιας πορείας γεμάτης μουσική, γάμους και πανηγύρια. Έπαιξε σε όλη την περιοχή  σε αρραβώνες, γάμους, γιορτές. Το να παίζει ωραία και να τραγουδάει ήταν δώρο από τον Θεό και ήταν εξαιρετική περίπτωση.  Σιγά – σιγά ανακάλυψε ότι η μουσική δεν ήταν απλώς ένα ταλέντο, αλλά κάτι βαθύτερο, μια ανάγκη να εκφράσει όσα δεν μπορούσε να πει με λόγια. 

 Ο Τάσος είχε αγαπηθεί από όλους, άφησε όνομα σε όλη την περιοχή και έβαλε με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο την δική του σφραγίδα στην μουσική παράδοση τής περιοχής μας και του τόπου μας. 

Η μουσική του συνόδευε όλους, σε κάθε σταθμό της ζωής τους, όλοι εξέφραζαν την αγάπη τους και τον ενθουσιασμό τους και είχε φίλους και από μακρινά μέρη. 

Στα μάτια των ακροατών αποκτούσε αξία, γιατί ήξερε πολλά τραγούδια, δεν σταματούσε ποτέ, έπαιζε δυνατά και έδινε ψυχή. Τίποτα δεν ήταν προσποιητό. Όλα έβγαιναν από την ψυχή του.  

Ο Τάσος έπαιζε άριστα μουσικά κομμάτια χωρίς να γνωρίζει τεχνική και θεωρία της μουσικής. Δεν είχε εκπαιδευτεί σε κανένα ωδείο και ο ρυθμός και οι μελωδίες έβγαιναν αυθόρμητα από την καρδιά του. Έτσι έβαλε την σφραγίδα του σε αυτήν για να εκφράσει τον έρωτα, τις χαρές και τα βάσανα της ζωής. 

Ήταν ο ακορντιονίστα, ο τραγουδιστής , ο διασκεδαστής. Ένα ακορντεόν και μια φωνή, ένας κελαηδισμός που ταίριαζε την κάθε στιγμή και ένωνε πτυχές άγνωστες και μακρινές από πάθη και χαρές. 

Ο Τάσος κατόρθωνε να κάνει την έκφραση του χορευτή,  μελωδία ξυπνώντας μέσα του θύμησες και συναισθήματα. Αυτός έδινε τον ρυθμό του χορού και του κεφιού και κατόρθωνε να ανάβει τα μεράκια του κόσμου και να σβήνει τους καημούς τους ,εκφράζοντας τον λυρισμό της ψυχής τους. Οι φωνές των συγγενών και των φίλων έρχονταν πιο κοντά, τα χαμόγελα γίνονταν πλατύτερα και οι καρδιές πλημμύριζαν από χαρά.  

 Ο Τάσος το Ταακάκκ κατάφερε να εμφυσήσει την αγάπη του για την μουσική στις τέσσερεις κόρες του. Αλλά μέχρι εκεί. Φοβόταν την ενασχόλησή τους με την μουσική. Ποτέ δεν μας άφησε να σταθούμε δίπλα του, στο μικρόφωνο. Είχε και αυτός τις φοβίες, που είχε ο πατέρας του, γιατί και τότε ήταν δύσκολα τα χρόνια. 

Μας έβαζε όμως στο σπίτι να τραγουδάμε, «α καπέλα «, και θαύμαζε και χαιρόταν  για την φωνή μας …αλλά μέχρι εκεί. Γνώριζε  κατά βάθος ότι αυτό είναι έρωτας και δεν σβήνει. 

Αν  ήμασταν αγόρια, ίσως είχαμε άλλη πορεία. Γι’ αυτό δεν έχει συνεχιστή ο Τάσος το Τσακάκκ. Γιατί είχε μόνο κόρες.  

Ο Τάσος έζησε για τη μουσική και αγάπησε τη ζωή μέσα από τις νότες της. Το ακορντεόν του τραγουδούσε τη χαρά και τον πόνο του τόπου, γέμιζε  τις αυλές με  μελωδίες και τις καρδιές με αναμνήσεις. Ώσπου η μοίρα, σκληρή και αμείλικτη, του πήρε την γυναίκα του,την Φωτούλα του.  

Τότε σιώπησε. Τα χέρια που ζωντάνευαν το ακορντεόν σταμάτησαν. Η απώλειά της σε  μικρή ηλικία τον τσάκισε. Η ψυχή του, που έδινε ζωή στη μουσική ,έμεινε βαριά, βουβή. «Χρειάζεται  ψυχή  για να παίξεις κι εγώ δεν έχω πια …» έλεγε. Και κανείς δεν μπορούσε να τον αντικρούσει.  

Πέρασε δεκατρία χρόνια μέσα στη σιωπή,  μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις, χωρίς μουσική. Ο κόσμος τον έβλεπε να περπατά απελπισμένος, χαμένος στη μνήμη της, με τα μάτια του να αναζητούν κάτι που είχε φύγει οριστικά. Το σπίτι τους ήταν γεμάτο αναμνήσεις αλλά κανένα ακορντεόν δεν ήχησε. Έζησε χωρίς την αγαπημένη του, χωρίς την μουσική του και η σιωπή του ήταν πιο βαριά από κάθε μουσικ.  Έζησε  σαν ερημίτης , λυπημένος, πονεμένος αλλά αξιοπρεπής. Ο πόνος του, που δεν μπορούσε να εκφραστεί, ούτε καν με τη μουσική του, τον είχε καταβάλλει. 

Μα υπήρχε μια υπόσχεση…Μια υπόσχεση που είχε δώσει πριν χρόνια στην Ζωζούλα της γειτονιάς μας:  « Θα σε τραγουδήσω όταν βγεις νύφη από το σπίτι σου «. Το είχε πει πριν  χρόνια, με τη βεβαιότητα που έχουν οι μουσικοί όταν δίνουν το λόγο τους. Και η μέρα εκείνη ήρθε. Ήταν τότε που είχε αποσυρθεί και δεν έπαιζε μουσική. 

Το δίλημμα τον έπνιγε.  Η μουσική για εκείνον  δεν ήταν απλή διασκέδαση. Ήταν ιερή. Πώς να τραγουδήσει τον αποχωρισμό της νύφης, όταν η δική του απώλεια ήταν αβάσταχτη Πώς να παίξει τις μελωδίες του γάμου, όταν η καρδιά του είχε βυθιστεί στη θλίψη;  

Και με ρώτησε: « Παιδί μου, υποσχέθηκα στην Ζωζούλα  να παίξω  στο σπίτι τους, να την βγάλω νύφη με τα τραγούδια μας του γάμου… της είχα υποσχεθεί, τι να κάνω; « 

Δεν ήταν απλό παίξιμο, δεν ήταν διασκέδαση. Ήταν η ψυχή του που έβγαινε από κάθε νότα. Και τώρα, η ψυχή του πονούσε. Το θεωρούσε ιεροσυλία, που θα τραγουδούσε ενώ είχε τόσο πόνο στην καρδιά του. 

Εγώ τον ενθάρρυνα και του είπα: «Ναι μπαμπά, θα πας να το τραγουδήσεις το κορίτσι. Θα πεις όλα τα τραγούδια του γάμου, θα  κάνεις  όλα τα αντέτια ,τα  συνήθεια και το τραγούδι του αποχωρισμού της από το πατρικό της, που μόνο εσύ μπορείς να το τραγουδάς, τόσο  όμορφα. Η μαμά θα χαίρεται από κει ψηλά» .  

 Και πήγε. Και τραγούδησε. Και κράτησε την υπόσχεσή του. Με τη φωνή του να σπάει, μα να αντηχεί γεμάτη συναίσθημα. Με την ψυχή του να πονάει ,αλλά να τη δίνει απλόχερα σε κάθε νότα. Τραγούδησε όσο πιο ωραία μπορούσε αυτήν την μελωδία που ήταν γεμάτη συναισθήματα με την ένταση του αποχωρισμού της νύφης από την μάνα της.  Όπως εκείνος τραγουδούσε, φαινόταν πως έβλεπε κάθε νύφη σαν δική του κόρη, όπως τις τέσσερεις κόρες του που αποχαιρέτισε  μαζί  με την αγαπημένη του γυναίκα,  σε άλλα μέρη και τώρα ζει μόνος του.  

Ύστερα  σιώπησε για  πάντα. Μέχρι που έφυγε, στα εβδομήντα τέσσερά του χρόνια. Ήταν νέος ακόμη. Έφυγε και άφησε πίσω του έναν κόσμο γεμάτο μουσική ,γεμάτο θύμησες.  

Η μουσική του έζησε στους ανθρώπους που τον αγάπησαν  στους συγχωριανούς του, στους φίλους του στις καρδιές των παιδιών του . Ο Τάσος το Τσακάκκ ήταν η φωνή του τόπου ,η ψυχή του, που έπαιξε για όλους με αγάπη. Και αν δεν είχε γιό να τον ακολουθήσει στο δρόμο της μουσικής, η κληρονομιά του παρέμεινε ζωντανή.  Παρέμεινε  στο χτύπημα της καρδιάς και στον ήχο του ακορντεόν, που θα ηχεί για πάντα στα αυτιά όλων όσοι τον  γνώρισαν.  

Εγώ,  η δευτερότοκη κόρη του, η Ελένη Τσιφτσόγλου, έχοντας το χάρισμά του  στην μουσική και στο τραγούδι, όπως και όλες οι κόρες του, κρατώ τη φωνή του μέσα μου. Και το χρέος μου είναι ένα: να τον θυμηθώ, να τον μνημονεύσω, να πω την ιστορία  του, όπως εκείνος έλεγε τις ιστορίες του τόπου μας μέσα από τις νότες του. Να θυμηθώ αυτόν τον απλό, καθημερινό άνθρωπο του μόχθου και της βιοπάλης, που κρατούσε γερά  την μουσική παράδοση του τόπου μας και αγαπήθηκε πολύ.  Γιατί ο Τάσος το Τσακάκκ δεν ήταν απλώς μουσικός. Ήταν η ψυχή του χωριού. Και όσο τον θυμόμαστε, όσο η μουσική του ηχεί στις καρδιές  μας, δεν θα πάψει ποτέ να παίζει.  

Κι όταν, κάποτε ακουστεί ξανά εκείνο το τραγούδι της νύφης, ίσως, κάπου μακριά , να ηχεί το ακορντεόν του, σαν ψίθυρος μιας άλλης εποχής που δεν θα σβήσει ποτέ.  

 Ελένη Τσιφτσόγλου  

Έτος 2022 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή