Ο Πολυχρόνης Μπαχαρίδης από το Κερμέν
Στο Κερμέν της Τυρολόης, τότε που οι άνθρωποι πάλευαν με τη γη και τις τύχες τους, γεννήθηκε ο Πολυχρόνης Μπαχαρίδης . Ένας άντρας που δεν έφτιαξε δική του οικογένεια, μα κουβαλούσε μέσα του τον καημό του κόσμου ολόκληρου. Είχε την ψυχή του στραμμένη στη θάλασσα και στα μακρινά λιμάνια. Δεν ήταν για δεσμά. Από μικρός έδειχνε πως ο νους του ταξίδευε μακρύτερα απ’ το χωριό, ψηλότερα απ’ τις στέγες του Κερμέν.
Μετά το 1919, πήρε τον δρόμο του μεγάλου φευγιού. Από το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, μπάρκαρε για την Αμερική. Κανείς δεν ήξερε τι τον περίμενε στην άλλη άκρη του κόσμου, μα εκείνος δεν γύρισε πίσω το κεφάλι. Δούλεψε σκληρά, μεροδούλι-μεροφάι, σε μια ξένη γη που δεν του χαρίστηκε, μα ούτε και τον λύγισε. Οικονομικός όπως πάντα, φύλαγε κάθε δεκάρα. Δεν έμαθε να σκορπά. Έγραφε γράμματα, ρωτούσε για το χωριό, για τους δικούς του. Η μόνη του επαφή με την πατρίδα ήταν οι λέξεις στο χαρτί και η μνήμη που δεν τον πρόδωσε ποτέ.
Ώσπου ήρθε εκείνο το γράμμα. Ο αδελφός του, ο Βασίλης, πέθανε. Και τότε ο Χρήστος έστρεψε την καρδιά του στους μόνους που του έμεναν, τη χήρα Καλλιόπη και τα τρία τους παιδιά , τη Δαφνιώ, τον Νίκο και τον μικρό Χρήστο .
Τα δολάρια άρχισαν να φτάνουν στο Κερμέν, προσεκτικά διπλωμένα μέσα σε φακέλους γεμάτους νοιάξιμο. Ο Χρήστος δεν ζητούσε ανταλλάγματα. Ήθελε μόνο να στηρίξει, να σταθεί σταθερό θεμέλιο για εκείνους που απέμειναν. Και με τα χρήματά του, χτίστηκε σπίτι , ένα μεγάλο, ψηλό, όμορφο σπίτι στην καρδιά του χωριού. Η Δαφνιώ το αγαπούσε. Το καμάρωνε και του το έγραφε: «Θείε, το σπίτι μας είναι το πιο όμορφο στο Κερμέν!». Και ο Χρήστος, κάπου στην άλλη άκρη του ωκεανού, θα χαμογελούσε μόνος του.
Ώσπου ήρθε η συμφορά. Ξεριζωμός, Ανταλλαγή, φευγιό. Το σπίτι έμεινε όρθιο και έρημο, σαν ξένος φρουρός στην πλατεία του Κερμέν. Οι άνθρωποί του, σάρκα του και ψυχή του, έφυγαν για την Ελλάδα. Ο Θανάσης, ο μεγάλος γιος, γύρισε πρώτος από το μέτωπο της Μικράς Ασίας, ρακένδυτος και δεν βρήκε πια κανέναν. Το σπίτι του Πολυχρόνη ήταν άδειο.
Η Δαφνιώ, η ανιψιά που του έγραφε γράμματα, παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Φλώρινα. Έπειτα, πήρε τον δρόμο για τη Νέα Δήμητρα μαζί με τον άντρα της, τον Θανάση Γκάιτατζη. Και όταν γέννησε τον τρίτο γιο της, του έδωσε τ’ όνομα του ξενιτεμένου της θείου: Πολυχρόνης . Ήταν ο τρόπος της να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του. Να μην ξεχαστεί εκείνος που έδωσε, χωρίς ποτέ να ζητήσει.
Μα ο Πολυχρόνης δεν απάντησε ξανά. Τα γράμματα γύριζαν πίσω ή χάνονταν. Η φωνή του σίγησε μέσα στις πολύβουες πόλεις της Αμερικής. Ίσως πέθανε μόνος, σ’ ένα δωμάτιο όπου οι τοίχοι δεν γνώριζαν το όνομά του. Ίσως τον σκέπασε η ανωνυμία των ξενιτεμένων. Δεν έμαθαν ποτέ.
Αυτή ήταν η μοίρα του Πολυχρόνη από το Κερμέν. Να δώσει, να χτίσει, να αγαπήσει από μακριά και να χαθεί, χωρίς να γυρίσει. Μα η ψυχή του έμεινε να αιωρείται, σαν σκιά πάνω από το σπίτι του, το ψηλό, το όμορφο , εκεί στην πλατεία του χωριού , που πια δεν υπάρχει. Εκεί που οι ρίζες έγιναν ανάμνηση και η ευεργεσία, μνήμη ιερή.
Και η Δαφνιώ αφηγούνταν :
Πόσες φορές του έγραψα και περίμενα απάντηση. Μικρό κορίτσι ήμουνα, τα γράμματά μου στραβά, αδέξια, μα έβαζα όλη την ψυχή μου στο χαρτί. Ήταν τόσο μακριά… Αμερική την έλεγαν. Λέξη μεγάλη, σαν παραμύθι. Εκείνος εκεί κι εμείς στο Κερμέν. Στο σπίτι που έφτιαξε με τα δικά του λεφτά, με τον κόπο και τον ιδρώτα του. Χωρίς να το δει ποτέ. Χωρίς να περπατήσει στο κατώφλι του.
Θυμάμαι που ήρθε ο μάστορας, ο καλύτερος του χωριού. Και κάθε που έμπαινε μια πέτρα, η μάνα μου έκανε τον σταυρό της. «Ο Πολυχρόνης το φτιάχνει το σπίτι», έλεγε. Εκείνος εκεί στην ξενιτιά, κι εμείς στο Κερμέν, να χτίζουμε τη μνήμη σου με ασβέστη και κεραμίδι.
Το αγαπούσα εκείνο το σπίτι. Ήταν το πρώτο μου αίσθημα περηφάνιας. Ένα σπίτι ψηλό, φωτεινό, στη μέση του χωριού, να το βλέπουν όλοι. Και να λένε: «Αυτό το έστειλε από την Αμερική ο Πολυχρόνης». Ήταν ο θείος μας, ο αθόρυβος ευεργέτης. Ο σιωπηλός ήρωας. Ό,τι δεν είπε ποτέ το στόμα σου, το φώναξαν οι πράξεις του.
Κι ύστερα ήρθε το φευγιό. Όλα να τ’ αφήσουμε. Χώμα, μνήμη, πέτρες, κόπους. Το σπίτι έμεινε όρθιο κι εμείς ξεριζωμένοι. Δεν πονάει το σπίτι. Ο άνθρωπος πονάει όταν αφήνει τα δικά του. Κι εγώ, Λένα μου , το πένθησα εκείνο το σπίτι σαν να ήταν άνθρωπος.
Του ξαναέγραψα. Έστειλα γράμμα και στη διεύθυνση την παλιά. Δεν απάντησε. Ίσως είχε αλλάξει τόπο, ίσως δουλειά, ίσως κάτι χειρότερο… Χάθηκε. Όπως χάνονται οι ήρωες στις μεγάλες πόλεις, χωρίς φωνή, χωρίς τάφο.
Μα εγώ τον θυμάμαι πάντα . Στον τρίτο γιο μου έδωσα το όνομά του. Πολυχρόνης . Για να μη τον ξεχάσει ο κόσμος.
Και τώρα, γριά πια, τον θυμάμαι πιο καθαρά απ’ ό,τι θυμάμαι το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Δεν ξέρω πού αναπαύεται. Ίσως σ’ έναν ξένο τάφο. Μα εγώ, όταν μιλώ στα παιδιά μου για αυτόν , λέω: «Ο αδελφός του πατέρα μου που δεν γύρισε ποτέ. Που ήταν θάλασσα. Που έγινε σπίτι. Που χάθηκε, μα δεν ξεχάστηκε.
Θείε Πολυχρόνη …
Σ’ ευχαριστώ.