Ο Πεχλιβάνης του Αλωνιού και της Ζωής 

Ο Πεχλιβάνης του Αλωνιού και της Ζωής 

Στο Όκλαλι της Τσατάλτζας, εκεί στην εύφορη γη της Ανατολικής Θράκης, ζούσε κάποτε ο Διαμαντής Αδαμαντίδης, ένας λεβέντης, ψηλός κι ευθυτενής, με βλέμμα καθαρό σαν το πρωινό νερό. Ήταν από εκείνους τους άντρες που, μόλις έμπαιναν στην πλατεία, οι κοπέλες έσκυβαν το βλέμμα μα το σήκωναν αμέσως ξανά να τον χορτάσουν. Όχι μονάχα για την ομορφιά του , μα πιο πολύ γιατί ήταν πεχλιβάνης. 

Εκεί  στα χώματα της Ανατολικής Θράκης, κάποτε οι  άνθρωποι  μέτραγαν τη δύναμη με τα μπράτσα αλλά και με τον λόγο τους. Εκεί γεννήθηκε κι ο Διαμαντής Αδαμαντίδης , 

αργότερα Καλφόπουλος,  με βλέμμα που γελούσε πριν τα χείλη του . Τον ήξεραν όλοι για την τέχνη του στην πάλη. 

Τότε στην Πατρίδα, στο Όκλαλι, το έθιμο της πάλης ήταν γιορτή. Ανήμερα των πανηγυριών, στο αλώνι μαζεύονταν όλοι, γέροι και παιδιά, κι οι πιο δυνατοί νέοι έβγαιναν στο ξέφωτο να μετρήσουν τη λεβεντιά τους. Ο Διαμαντής, περήφανος κι ατρόμητος, έδεσε το δερμάτινο παντελόνι του ,το λέγανε κισπέτ ,κι άλειψε το κορμί του με λάδι που μύριζε θυμάρι και δάφνη. Έτσι, γυάλιζαν οι μύες του στον ήλιο, κι όταν έπεσε πάνω στον αντίπαλο, το κορμί γλίστραγε κι η πάλη ήθελε τέχνη και αντοχή. 

Ένα καλοκαιριάτικο απόγευμα, στην αλάνα του χωριού, μαζεύτηκαν οι χωριανοί. Ο Διαμαντής, νέος ακόμα, έδεσε το κισπέτ στη μέση του. Άλειψε τα μπράτσα και το στέρνο με λάδι , να γλιστρούν οι λαβές, να δυναμώνει το παιχνίδι. Ο αντίπαλος, γεροδεμένος κι εκείνος, τον κοίταξε ίσια στα μάτια. 

— Έτοιμος, Διαμαντή; 

— Έτοιμος, Χρήστο. Αλλά το αρνί θα το πάω εγώ σπίτι μου σήμερα. 

Ο κόσμος γύρω φώναζε, γελούσε, χειροκροτούσε. Οι νέες κρατούσαν τα μαντίλια τους σφιχτά, καρδιοχτυπούσαν για τον νικητή. Ο αέρας γέμιζε φωνές, τραγούδια, τσιρίδες, οι μανάδες σταυροκοπιούνταν, οι νέες του έριχναν λοξές ματιές. Η πάλη ήταν σκληρή. Ο ιδρώτας έτρεχε, το λάδι έκανε τα κορμιά να γλιστρούν σαν ψάρια. Μα ο Διαμαντής έσφιξε το κορμί του Χρήστου, τον έριξε με ένα γερό στρίψιμο και κράτησε τον ώμο του κολλημένο στο χώμα. Ώρες κράτησε το πάλεμα.  Οι δυο νέοι κύλησαν στη γη, ξανασηκώθηκαν, έδεσαν τα κορμιά σαν φίδια.  Στο τέλος, ο Διαμαντής τον έριξε χάμω, τον κάρφωσε με τα στιβαρά μπράτσα του κι ο αέρας γέμισε ζητωκραυγές. Το έπαθλο ήταν ένα αρνί ,το σήκωσε στους ώμους του, περπάτησε ανάμεσα στους συγχωριανούς, που του έδιναν ευχές και οι κοπέλες έπλεκαν στεφάνια από αγριολούλουδα να του φορέσουν. Έτσι συνήθιζαν τότε. Και ο Διαμαντής, λεβέντης ανάμεσα στους λεβέντες, κέρδισε δυο φορές, μία το αρνί και μία τις καρδιές.  

Όμως μία καρδιά έμελλε να του δέσει τη ζωή κόμπο ,η Σμαράγδα Στεργιάδου. Μια κοπέλα λυγερή, με μαλλιά μαύρα και μάτια που έλαμπαν σαν πετράδια . Εκείνη του έκλεψε την καρδιά και την έδεσε για πάντα στο δικό της στήθος. 

Οι φωνές σκέπασαν το δειλινό. Το αρνί στους ώμους του, το χωριό στα πόδια του. 

— Μπράβο, Διαμαντή! — φώναξε μια φωνή, καθαρή σαν νερό πηγής. 

Γύρισε. Ήταν η Σμαράγδα Στεργιάδου η κόρη του Αναστάση και της Μαργιόρας ,τα μάτια της ήταν  σαν δυο πράσινες χάντρες. Εκείνη την ώρα κέρδισε κάτι πιο βαρύ κι από το αρνί ,την καρδιά της. Έγινε ο γάμος και αργότερα γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί ,ο Ζαφείρης τους .  

Μα ήρθε το 1924 και μαζί του η Ανταλλαγή, το ξερίζωμα. Τι να κουβαλήσεις πρώτο ,τα στρωσίδια ή τα δάκρυα; Τον καημό ή τα εικονίσματα; Ο Διαμαντής έριξε στους ώμους του το μπαούλο, κράτησε από το χέρι τη Σμαράγδα και τον μικρό Ζαφείρη, κι έφτασαν με τα καραβάνια των προσφύγων στη Νέα Δήμητρα, στη νέα πατρίδα, στο χώμα που έπρεπε να το ποτίσουν πάλι απ’ την αρχή με ιδρώτα και προσευχές. 

Εκεί, στην αλάνα της ζωής, ο πεχλιβάνης δεν άλλαξε. Πάλι πάλεψε. Αυτή τη φορά όχι με κορμιά, μα με πέτρες, χωράφια, ξεροβούνια, πείνα και ξενιτιά. Έστησε σπίτι, όργωσε χωράφια, στάθηκε πρώτος νοικοκύρης. Οι συγχωριανοί τον τίμησαν, τον έβαλαν πρόεδρο στην κοινότητα , γιατί ήξερε να παλεύει για όλους. Η Σμαράγδα δίπλα του, μια ζωή στυλοβάτης και ο μικρός Ζαφείρης μεγάλωνε. Στην Νέα Δήμητρα απέκτησαν άλλα δύο παιδιά ,τον Χρήστο και την Ελένη .  

Ρίζωσαν στη Νέα Δήμητρα και ζούσαν καλά . Αλλά  η μοίρα, σαν αντίπαλος παλιός, του έκανε τη λαβή την πιο βαριά. Ο Ζαφείρης έφτιαξε την οικογένειά  του και έφυγε νωρίς . Άφησε πίσω την γυναίκα  του και δύο ορφανά . Ο Διαμαντής λύγισε μα δεν έσπασε. Σήκωσε τον πόνο, όπως σήκωνε το αρνί τότε. Στα γόνατα, ποτέ. Μα η ζωή, πότε σε ρίχνει, πότε σε σηκώνει. Ο Διαμαντής έφτασε βαθιά γεράματα .  

Ήταν χειμώνας. Το χιόνι σκέπαζε το σπίτι του Πεχλιβάνη. Στο πλευρό του, ο εγγονός του ο Διαμαντής ,το ίδιο όνομα, σαν ευχή και φυλαχτό. 

— Παππού, να σου φέρω κάτι; 

— Μόνο να θυμάσαι, Διαμαντή μου… Σαν σε ρίξει κάτω η ζωή, να σηκώνεσαι. Ό,τι κι αν λαδώσει τα χέρια σου, να βρίσκεις πού να κρατηθείς. Εμείς δεν λυγίζουμε. 

— Πεχλιβάνης, ε; 

— Πεχλιβάνης, παλικάρι μου… Στην αλάνα, στο χωράφι, στην καρδιά. 

Κι ύστερα ψιθύρισε ένα όνομα που ήταν όλη του η Πατρίδα: 

— Σμαράγδα… Κράτησα τον λόγο μου. 

Έγειρε το κεφάλι, κι όλα σώπασαν. Μα στους ώμους του Διαμαντή ,του εγγονού , έμεινε εκείνο το αόρατο αρνί , η πάλη, ο λόγος. 

Λένε πως οι άντρες σαν τον Διαμαντή δεν φεύγουν. Μένουν στα χωράφια που όργωσαν, στις πέτρες που έχτισαν, στα χέρια που σήκωσαν φορτίο βαρύ . Όλο και κάποιοι λένε πως τον βλέπουν ,με το κισπέτ του, λαδωμένο, να χαμογελά. Κι αν ακούσεις καλά, θα τον ακούσεις να σου λέει: 

“Μην φοβάσαι την πτώση. Μονάχα να ξέρεις πώς να σηκώνεσαι.” 

 Έτσι έφυγε,  πεχλιβάνης στην πάλη και στη ζωή . 

Ο Αδαμάντιος Καλφόπουλος ή Αδαμαντίδης γεννήθηκε το 1890 στο Όκλαλι της Τσατάλτζας της Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης, της Ανατολικής Θράκης. Είχε γονείς τον Ανδρέα  Αδαμαντίδη και την Γαρυφαλλιά  και αδελφή την Ελένη Ιωακειμίδου . Εκεί στο Όκλαλι παντρεύτηκε με την Σμαραγδή Στεργιάδου(1897-1971) ,την κόρη του Αναστάση Στεργιάδη  και της Μαργιόρας  Αναστασιάδου και αδελφή της Κερανιώς Τσιφτσόγλου .  Στην Πατρίδα το 1921  απέκτησαν τον γιό τους Ζαφείρη . Στην νέα πατρίδα , στη Νέα Δήμητρα απέκτησαν τον Χρήστο (1928) και την Ελένη (1932). Εδώ απέκτησε και το επίθετο Καλφόπουλος. 

Αναγκάστηκαν να αφήσουν τις πατρογονικές τους εστίες και ήρθαν στη Νέα Δήμητρα με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης, το 1924 . Ο Διαμαντής ήταν 34 χρόνων και  ήρθε με την μητέρα του Γαρυφαλλιά , την αδελφή του Ελένη ,την γυναίκα του Σμαραγδή (27 χρόνων) και τον γιο του Ζαφείρη (3 χρόνων ). Ο πατέρας του Ανδρέας έφυγε από τη ζωή στο Όκλαλι της Ανατολικής Θράκης.  

Ο Διαμαντής έφυγε από τη ζωή στη Νέα Δήμητρα, σε βαθιά γεράματα  στα 90 του,  το 1980 . 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή