Ο Πεχλιβάνης. Μικρές ιστορίες από την Πατρίδα.
Κάθε ένας που έφερε την ιστορία του στον τόπο τη Νέας Δήμητρας έχει και τη δική του ξεχωριστή ιστορία. Μια ιστορία που όταν την ακούς σου φαίνεται υπερβολική και ότι αυτοί ανήκουν σε άλλη εποχή. Και πραγματικά προέρχονταν από άλλη εποχή και άλλον τόπο. Έναν τόπο που όλοι έπρεπε να ζούν αρμονικά και μονοιασμένα, γιατί ήταν πανσπερμία εθνών.
Ο παππούς μου Αθανάσιος ή Θανάσης Καϊτατζής ή Γκαϊντατζής ή Γκάιτατζης γεννήθηκε το 1901 στο ‘Ακαλαν της Τσατάλτζας, της Ανατολικής Θράκης. Πατέρας του ήταν ο Βασίλειος και μητέρα του η Άννα. Τότε οι οικογένειες δεν είχαν επίθετα και αυτό ήταν προνόμιο μόνο των Τούρκων. Ο Βασίλης ήταν γνωστός πεχλιβάνης, όπως λέγεται στην παραδοσιακή γλώσσα, παλαιστής. Οι πεχλιβάνηδες ήταν οι αθλητές της πάλης. Οι παλαιστές αλείφονταν με λάδι και πάλευαν μέχρι η πλάτη του αντιπάλου να ακουμπήσει στο έδαφος. Φορούσαν τα παντελόνια μέχρι το γόνατο, που τα έλεγαν «κισπέτια « και άλειφαν το σώμα τους με λάδι για να παλέψουν. Η λέξη πεχλιβάνης είναι περσική και χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει τους παλαιστές. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν πολύ διαδεδομένοι οι αγώνες πάλης. Διοργάνωναν αγώνες για να διασκεδάζουν στους γάμους και σε άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις και κάθε χωριό είχε τον πρωταθλητή του. Κάποιοι σουλτάνοι πλήρωναν τους καλύτερους παλαιστές για το θέαμα που προσέφεραν και ο Σουλτάνος ο Μεγαλοπρεπής έδινε στους αγαπημένους του κανονικό μισθό. Ο Οθωμανός Σουλτάνος Μουράτ ο Α’ καθιέρωσε επίσημα ως άθλημα την πάλη, το 1362.
Σε έναν τέτοιον αγώνα πήρε μέρος και ο προπάππους μου Βασίλης. Πάλεψε με αντίπαλο Τούρκο παλαιστή και νίκησε. Τους νικητές οι Τούρκοι τους τιμούσαν και τους έκαναν δώρα. Του έδωσαν δώρο ένα μοσχάρι και του επέτρεψαν να έχει επίθετο. Το επίθετο που διάλεξε ήταν Βασιλικός και αργότερα, επειδή έπαιζε γκάιντα, το παραδοσιακό λαϊκό όργανο της Πατρίδας του, πήρε το επίθετο Γκαϊντατζής, που σημαίνει εκείνον που παίζει γκάιντα, τον γκαϊντατζή.
Η πάλη, στην Πατρίδα ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τα θρησκευτικά πανηγύρια. Η είσοδος των αθλητών στο «αλώνι», τον αγωνιστικό χώρο, γινόταν με εντυπωσιακό τρόπο, με χτυπήματα χεριών. Ο ήχος του ζουρνά και του νταουλιού δεν σταματούσε παρά μόνο με την ανάδειξη του μεγάλου νικητή. Μεταφορικά η λέξη σημαίνει ήρωας, ατρόμητος και θαρραλέος.
Στα χωριά της Πατρίδας, στα πανηγύρια, με την εκκλησιαστική λατρευτική δραστηριότητα είχαν και κοσμικές διασκεδάσεις και τις έφεραν κι εδώ, στην Νέα Δήμητρα . Όταν ήρθαν οι πρόσφυγες μετέφεραν μαζί τους όχι μόνο τις αναμνήσεις τους αλλά και τα έθιμα.
Οι ιπποδρομίες, οι ποδηλατοδρομίες αργότερα ήταν ενταγμένες, σε κάθε πανηγύρι του Αη Γιώργη του χωριού μας. Η πάλη όμως δεν επικράτησε ποτέ στο χωριό μας ως έθιμο. Γνωρίζουμε για αυτή μόνο από τις αφηγήσεις των παππούδων μας, που μας διηγήθηκαν τις ιστορίες των αγώνων, των νικητών και των θριάμβων, όπως τα έζησαν στην Πατρίδα.
Ήταν οι μικρές αυτές ιστορίες που συνθέτουν τη μεγάλη ιστορία της Νέας Πατρίδας. Ιστορίες που θυμίζουν τις ρίζες μας και τη δύναμη της παράδοσης.