Ο Παράξενος Μπουζουξής του Χωριού μας  

Ο Παράξενος Μπουζουξής του Χωριού μας  

Ο Βάνιας ήρθε στο χωριό μας από την  Τούμπα Παιονίας, κουβαλώντας μαζί του μια ιδιαίτερη όμορφη αθωότητας και μια αγάπη για την ζωή . Η χαμηλή νοημοσύνη του δεν στάθηκε  ποτέ εμπόδιο στο να γίνει αγαπητός .  Ζούσε σε ένα χαμόσπιτο στην άκρη του χωριού μας η παρουσία του ήταν έντονη , σχεδόν παντού.  

Με το μπουζούκι του , που περισσότερο μιμούνταν το παίξιμο παρά έβγαζε μελωδία , έδινε την ψυχή του κάθε μέρα . Οι νότες τους ήταν παραζαλισμένες , μα γεμάτες αίσθημα . Για τον Βάνια κάθε κορίτσι του χωριού ήταν μια  μούσα , ένας ανεκπλήρωτος έρωτας . Η παιδική του καρδιά ερωτεύονταν ξανά και ξανά , χωρίς διακρίσεις. Τα παιδιά τον πείραζαν  πολλές φορές, μα ο Βάνιας ποτέ δεν θύμωνε .Χαμογελούσε και συνέχιζε να παίζει το μπουζούκι του , τραγουδώντας τραγούδια που μόνο αυτός καταλάβαινε. Οι μεγαλύτεροι τον προστάτευαν , ξέροντας πως ο Βάνιας ήταν ένα κομμάτι της ψυχής του χωριού .  Θυμάμαι  κάθε φορά που περνούσε από το σπίτι μας μάς φώναζε με ψεύτικα τραγούδια και αυτοσχέδιες καντάδες . 

Στην Πλατέα του χωριού ο Βάνιας ήταν μια γνώριμη φιγούρα . Στην Νέα Δήμητρα ο Βάνιας βρήκε βρήκε αυτό που του έλειπε περισσότερο, την αίσθηση της προστασίας. Οι χωριανοί με την καλοσύνη τους τον αγκάλιασαν όπως ήταν , αδεξιοςψ, αθώος ,μα γεμάτος ζωή.   

Ο Βάνιας ένοιωθε ότι το χωριό ήταν η οικογένειά του , ένας τόπος όπου κανείς δεν τον έκρινε ,αλλά τον αγαπούσε για την αυθεντικότητά  του .  

  Μια μέρα ο Βάνιας με την γνωστή του αθωότητα και το πηγαίο πάθος του , αποφάσισε να εκφράσει τον έρωτά του σε μένα με έναν τρόπο που μόνο εκείνος θα μπορούσε να σκεφτεί.  Ανέβηκε στον στύλο της περίφραξης του απέναντι σπιτιού και άρχισε να τραγουδάει ένα αυτοσχέδιο τραγούδι  και να παίζει νότες ακαταλαβίστικες  με το μπουζούκι του .  

« Εσένα αγαπάω , όμορφη , καρδιά μου εσύ. Παντρέψου με και ‘γω θα γεμίσω τα χέρια σου χρυσά  βραχιόλια « τραγουδούσε με στίχους που έβγαζε εκείνη την στιγμή , σαν να ερχόταν κατευθείαν από την καρδιά του. Τα παιδιά από την γειτονιά είχαν μαζευτεί και τον κοίταζαν πειράζοντάς τον . Εκείνος όμως ήταν αφοσιωμένος στο τραγούδι του !  

Ήταν αδύνατο να μην γελάσω , όχι από κακία  αλλά με μια γλυκιά τρυφερότητα . Ο Βάνιας με τον δικό του αδέξιο τρόπο είχε βρει το θάρρος να δείξει τα συναισθήματά του .  

Τον κοίταξα και του φώναξα ” Βάνια , κατέβα , θα πέσεις και θα χτυπήσεις « Εκείνος χαμογέλασε πλατιά σαν να είχε πετύχει τον σκοπό του . Κατέβηκε προσεκτικά και ήρθε κοντά μου « Για σένα ήταν το τραγούδι « μου είπε περήφανος . Ήταν αμήχανος αλλά και τόσο αληθινός. Δεν μπορούσα να τον θυμώσω  . Ήταν ένα μεγάλο  παιδί που αγαπούσε χωρίς φόβο και χωρίς υπολογισμούς .  

Όλοι οι χωριανοί ένοιωθαν μια τρυφερότητα για τον αγαθό αυτόν εραστή . Ήταν σαν να κρατούσε ζωντανό έναν παλιό,  ρομαντικό κόσμο που οι άλλοι είχαν πια ξεχάσει.  

Στην ουσία ο Βάνιας δεν ήταν απλώς ένας περιθωριακός κάτοικος του χωριού . Ήταν η ενσάρκωση της απλότητας. Όσο και αν το μπουζούκι του δεν έπιανε σωστές νότες , η καρδιά του χτυπούσε στον ρυθμό της ζωής και αυτή ήταν η μελωδία που όλοι θυμούνται ακόμα .    

Ο Βάνιας , με την αθώα του ψυχή και τον αδέξιο έρωτά του , δεν άφησε πίσω του τίποτα άλλο πέρα από γέλια , τραγούδια και γλυκές αναμνήσεις . Ήταν μια μορφή, που παρά τις αδυναμίες της , μας δίδαξε τι σημαίνει να αγαπάς με καθαρή καρδιά και χωρίς φόβο .  

Οι πράξεις του , έστω και αδέξιες , θα μείνουν χαραγμένες ως μια υπενθύμιση πως η αγνότητα της καρδιάς είναι το πιο όμορφο τραγούδι ! Εκεί, στην Νέα Δήμητρα,ο Βάνιας βρήκε όχι μόνο προστασία αλλά και έναν λόγο να χαμογελά κάθε μέρα !  

Και περνώντας τα χρόνια ,ο Βάνιας έσβησε αθόρυβα ,όπως είχε ζήσει . Το χωριό σίγησε για λίγο την μέρα που έφυγε . Τον έθαψαν στην άκρη ενός κοιμητηρίου και κάποιος άφησε ένα παλιό μπουζούκι , σαν να του έλεγε ότι θα έχει παρέα στα ταξίδια του .Οι ιστορίες του , τα αθώα πειράγματα , οι μελωδίες του που έκαναν όλους να χαμογελούν , έμειναν για πάντα στην μνήμη των συγχωριανών ! 

Ελένη Τσιφτσόγλου  

Έτος 2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή