Ο Παππούς, το Ούζο και η Πατρίδα  

Ο Παππούς, το Ούζο και η Πατρίδα  

Ο  παππούς  κάθεται με τον εγγονό του  και του  εξιστορεί με  λεπτομέρειες, εικόνες από την Πατρίδα και την προσφυγιά. 

«Άκου να σου πω, λεβέντη μου… Εμείς στην Πατρίδα, πριν γίνουν όλα αυτά, δηλαδή ο ξεσηκωμός , πίναμε το ούζο αλλιώς. Είχε μέσα του μια ευωδιά που σου θύμιζε θάλασσα και στάχυ. Το πίναμε με το μεζέ μας ,λίγο τυράκι, καμιά σαρδέλα παστή και πάντα με καλή παρέα. Γιατί το ούζο, βλέπεις, δε στέκει μοναχό του. Θέλει κουβέντα, θέλει τραγούδι, θέλει καρδιά. 

Στην Ανατολική Θράκη, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, είχαμε όμορφες μέρες. Θυμάμαι ακόμα, παιδί μου, τη γιαγιά σου να καθαρίζει τα σταφύλια απ’ το αμπέλι , έπαιρνε τα πιο ζουμερά, τα έβραζε κι έβγαινε το απόσταγμα. Άσπρο  και γλυκό σαν το φως . Κι ύστερα, εκείνοι οι παλιοί αποστακτήρες, χάλκινοι, γεμάτοι μυστικά ,δουλεύανε μέρα νύχτα, να βγάλουν το πρώτο ούζο. 

Όταν έμπαινε το φθινόπωρο, το καφενείο γέμιζε. Ο καθένας έφερνε το δικό του μπουκάλι, κρυμμένο σε μια πάνινη τσάντα. Το ποτήρι έβγαζε δάκρυα όταν το βάζαμε λίγο νερό . 

Σαν ήρθε ο ξεριζωμός, ήρθε κι ο πόνος μαζί μας. Μα το ούζο… το κρατήσαμε. Σαν φυλαχτό, όπως κρατάς μια εικόνα, ένα παλιό μαντίλι της μάνας σου. Στη Νέα Δήμητρα πάλι τα ίδια.  Καφενεία, αυλές και το ούζο να μας θυμίζει ποιοι είμαστε. Και λέγαμε: 

«Άιντε, αδέρφια, να κάτσουμε με το ούζο, να ζεστάνουμε την ψυχή μας.» 

Ξέρεις τι μου έμαθε το ούζο, παιδί μου; Πως οι χαρές κι οι λύπες χωράνε σ’ ένα μικρό ποτήρι. Πως ακόμα κι όταν δεν έχεις τίποτα άλλο, έχεις πάντα τον φίλο σου απέναντι, να πεις μια κουβέντα. Να θυμηθείς τους δικούς σου που ‘φυγαν, να τραγουδήσεις για εκείνα που σου λείπουν. 

Στην υγειά σου, λοιπόν, λεβέντη μου. Πιες το σιγά-σιγά, ν’ ακούς πώς μουρμουρίζει το ποτήρι. Σαν να λέει κι αυτό ιστορίες,  τις δικές μου, τις δικές σου, τις ιστορίες όλων που φύγανε μα δε χάθηκαν. Γιατί το ούζο… 

…είναι η μνήμη μας, παιδί μου. Η πιο γλυκιά μας μνήμη.» 

Λένε πως το ούζο είναι ο καθρέφτης των αναστεναγμών και των τραγουδιών που κουβαλούσαν οι παππούδες μας στους ώμους τους, όταν άφησαν πίσω τα χωριά και τις αυλές της Ανατολικής Θράκης. Στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, στα καφενεία της Τσατάλτζας και της Σηλυβρίας  το ούζο έρρεε σαν φως . 

Κι όπως όλα τα ιερά πράγματα, το όνομά του ήρθε με το κύμα. Τα κιβώτια με τις φιάλες ταξίδευαν στη θάλασσα, στα αμπάρια των καραβιών, με μια σφραγίδα: «uso di Marsiglia» ,  μια φράση στα ιταλικά, μια υπόσχεση πως τούτο το ποτό ήταν προορισμένο για τις αγορές της Μασσαλίας. Μα για τα αυτιά των Ελλήνων, εκείνη η φράση αντηχούσε αλλιώς,  uso, uso… κι έγινε ούζο, όπως γίνεται το τραγούδι απ’ τον πόνο. 

Στα σοκάκια της Πόλης, οι άντρες έβγαιναν απ’ τα καφενεία με τα χείλη μισάνοιχτα απ’ το άρωμα του γλυκάνισου, κι έλεγαν: 

«Πάμε για ούζο, αδερφέ, να φύγουν τα ντέρτια!» 

Ήταν το γιατρικό τους. Λίγες σταγόνες από την καλή ρακή, λίγο νερό για να μαλακώσει ο καημός και ο κόσμος γινόταν πιο γλυκός, πιο ήρεμος. 

Άλλοι πάλι μιλούσαν για τα σταφύλια. Üzüm – έτσι το λέγαν οι Τούρκοι, κι οι Έλληνες το κρατούσαν σαν φυλαχτό. Σταφύλια ευλογημένα που τα έβραζαν στον άμβυκα, να βγει η ψυχή τους σε μια στάλα διαυγή, να μυρίσει το ποτήρι θάλασσα και φως. 

Όμως, τούτο το ποτό ποτέ δεν ήταν μόνο το όνομα. Ήταν το βάλσαμο για την ψυχή, το κάλεσμα για κουβέντα και τραγούδι. Στο τραπέζι, ένα κομμάτι ψωμί, μια ελιά, λίγος παστός γαύρος και  η καρδιά εύρισκε ξανά τον δρόμο της. 

Κι όταν ήρθε η προσφυγιά  κι έφυγαν όλοι με τα καράβια και τις βάρκες, το ούζο ήταν μαζί τους ,  ένα μπουκάλι τυλιγμένο σ’ ένα κομμάτι ύφασμα, σαν φυλαχτό. Γιατί ήξεραν καλά.  Το σπίτι μπορεί να χαθεί, το χώμα να μείνει πίσω, αλλά ό,τι σου ζεσταίνει την ψυχή δεν το παίρνει κανείς. 

Στο νέο τόπο, στη Νέα Δήμητρα, το ούζο ξανάγινε φως. Στις αυλές τα καλοκαίρια, στις χειμωνιάτικες γωνιές του καφενείου, το ποτήρι θολό, σαν τα μάτια του παππού που θυμόταν. «Στην υγειά σας», έλεγε και σήκωνε το ποτήρι, κι ήξερε πως εκεί μέσα καθρεφτίζονταν όλα. Οι  χαρές, οι καημοί, οι πατρίδες που δεν χάνονται ποτέ.Κι ήταν πάντα νερωμένο, να μη μας ζαλίζει πολύ, να αφήνει χώρο για κουβέντα.  

Κι έτσι, το όνομα ,είτε γεννήθηκε από τη Μασσαλία, είτε απ’ τα σταφύλια,  έγινε για όλους το ίδιο. Ένα άσπρο σύννεφο στο ποτήρι, μια μικρή υπόσχεση πως ό,τι κι αν αλλάξει, η μνήμη μένει. Το ούζο της καρδιάς, που μας ενώνει ακόμα και τώρα, σ’ ένα τραπέζι γεμάτο φως. 

Όταν φύγαμε από την Πατρίδα, το ούζο ήρθε μαζί μας. Στη Νέα Δήμητρα, στις αυλές, στα καφενεία, το ποτήρι πάντα γεμάτο,  για να θυμόμαστε ποιοι είμαστε, πού ανήκουμε. Σαν σήκωνα το ποτήρι, έβλεπα ξανά το σπίτι μας εκεί, τον αμπελώνα μας, τη μάνα μου να με φωνάζει απ’ το κατώφλι. 

«Στην υγειά σου», έλεγα, κι ήταν σαν να μιλούσα με τους δικούς μου, που δεν είναι πια εδώ. 

Γι’ αυτό, παιδί μου, το ούζο είναι το νήμα που μας κρατά δεμένους με τη ρίζα μας, ακόμα κι αν φύγαμε. Κι όσο έχουμε ένα ποτηράκι να γεμίσουμε, θα ‘χουμε πάντα έναν λόγο να χαμογελάμε, να τραγουδάμε, να θυμόμαστε. Άντε, φέρε μας λίγο ούζο τώρα… Να σου μάθω πώς το πίνουμε με τη συντροφιά!» 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή