Ο Παππούς που δεν Γνώρισα 

Ο Παππούς που δεν Γνώρισα 

Ο παππούς μου, ο Νικόλας ο Τσάκος, ήταν  ένας άνδρας που το όνομά του προφερόταν με σεβασμό και μια δόση μελαγχολίας. Δεν τον γνώρισα ποτέ, αλλά μέσα από τις διηγήσεις της γιαγιάς και των συγγενών, σχημάτισα την εικόνα ενός ανθρώπου που έζησε σε εποχές ταραγμένες, που κουβάλησε το βάρος της προσφυγιάς, της απώλειας, αλλά και της αναγέννησης σε μια νέα πατρίδα. 

Γεννήθηκε στο Όκλαλι  της Τσατάλτζας, ένα μικρό χωριό της Ανατολικής Θράκης, τότε που ο κόσμος ήταν διαφορετικός, γεμάτος παραδόσεις, αυστηρούς κανόνες, αλλά και ζεστασιά οικογενειακή. Η γη εκείνη, που σήμερα ανήκει σε άλλους, ήταν για εκείνον και τους δικούς του αυτή που  τους έθρεψε, τους διαμόρφωσε και τους έδωσε τις αξίες που κράτησαν ως το τέλος της ζωής τους. 

Η ζωή του δεν υπήρξε εύκολη. Οι διωγμοί, οι φόβοι, η ανάγκη για επιβίωση τον έφεραν στη Νέα Δήμητρα Κιλκίς, ένα χωριό που έγινε η νέα του πατρίδα, αλλά που ποτέ δεν έπαψε να κουβαλά τη μνήμη της χαμένης γης. Ήταν εργατικός, περήφανος, ένας άνθρωπος που έμαθε να στέκεται στα πόδια του ακόμα και όταν όλα γύρω του κατέρρεαν. Δεν λύγισε μπροστά στις δυσκολίες, ακόμα κι όταν χρειάστηκε να ξεκινήσει από το μηδέν, να οργώσει χωράφια που δεν γνώριζε.  

Η γιαγιά τον περιέγραφε ως άνθρωπο λιγομίλητο, αλλά με βλέμμα που έλεγε πολλά. Όταν καθόταν στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού, με το τσιγάρο να καίει αργά στα δάχτυλά του, ήξεραν όλοι πως κάτι βαθύ τον βασάνιζε. Δεν μιλούσε συχνά για τα χρόνια πριν την προσφυγιά, μα όταν το έκανε, η φωνή του έσπαγε λίγο, σαν να ξαναζούσε κάθε απώλεια, κάθε δάκρυ που είχε χυθεί. 

Λένε πως είχε γαλανά μάτια ,σαν τον ουρανό τις  μέρες  της άνοιξης και ένα μουστάκι στριφτό. Το ντύσιμο του ήταν απλό, πάντα ταπεινό, όπως τα χέρια του που ήξεραν να μοχθούν. Γνώρισε την Κωνσταντινούπολη, την περπάτησε, την έκανε δική του. Εργάστηκε εκεί, σε φούρνο, ανάμεσα στους θορύβους της μεγάλης πόλης, στα στενά γεμάτα ζωή, στις αγορές όπου οι φωνές των εμπόρων μπλέκονταν με τις καμπάνες των εκκλησιών και τις προσευχές από τα τζαμιά . Η Πόλη έγινε κομμάτι του  και ίσως, όταν έφυγε από εκεί, να την κουβαλούσε πάντα μέσα του, σαν μια πατρίδα που ποτέ δεν ξεχνιέται. Όταν γυρνούσε στο σπίτι, κουβαλούσε μαζί του τη μυρωδιά της μεγαλούπολης και τη σκόνη από τα σοκάκια.  

Όταν ήρθε το τέλος του, ήταν ο γιός του που δήλωσε τον θάνατό του. Εκείνη η ληξιαρχική πράξη θανάτου, μέσα σε παλιά κειμήλια  και φωτογραφίες  ένα απλό χαρτί, κρατάει μέσα της μια ολόκληρη ιστορία. Με συγκινεί βαθιά, γιατί σε αυτές τις λίγες γραμμές αποτυπώνεται όλη η πορεία του ,το πέρασμά του από αυτόν τον κόσμο.  

Δεν τον γνώρισα, κι όμως κάθε φορά που ακούω ιστορίες  γι’ αυτόν,  νιώθω πως είναι κοντά μου, δίπλα μου όταν περπατώ στα ίδια χώματα που εκείνος κάποτε όργωνε. Όταν ακούω τα τραγούδια της Ανατολής, όταν κοιτώ τα παλιά οικογενειακά πορτρέτα. Ο παππούς μου ζει στις αφηγήσεις, στις αναμνήσεις που δεν είναι δικές μου, αλλά που έγιναν κομμάτι μου. Και ίσως, μέσα από αυτές, να τον γνώρισα καλύτερα απ’ ό,τι φανταζόμουν. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή