Ο Παπλωματάς της  Νέας Δήμητρας  

Ο Παπλωματάς της  Νέας Δήμητρας  

Τα χειμωνιάτικα βράδυα στο χωριό ήταν κρύα . Το χιόνι σκέπαζε τη γη και ο δυνατός αέρας σφύριζε στις  χαραμάδες των σπιτιών . Μα μέσα  ,στις ζεστές κάμαρες ,τα αφράτα παπλώματα σκέπαζαν τόσο οικογένειες , χαριζοντας θαλπωρή . Στην άκρη της κάμαρας,πάνω στο μπαούλο ,υψωνόταν η γιουκιά ,που ήταν η σωρός των στρωσιδιών , προσεκτικά διπλωμένη ,με τα παπλώματα στη σειρά ,τις κουβέρτες  και τα μάλλινα σεντόνια .   

 Τα παπλώματα που στόλιζαν την γιουκιά στα σπίτια μας ήταν φτιαγμένα με τέχνη. Τα καθημερινά παπλώματα τα έφτιαχναν οι Νεοδημητριώτισσες με τα δικά τους χέρια . Ανακάτευαν το βαμβάκι , αφού  το τίναζαν για να αφρατέψει και το έβαζαν μέσα στο ύφασμα που είχαν ήδη ραμμένο . Με τις μεγάλες σακοράφες  το σταθεροποιούσαν και ήταν έτοιμο . Το καθημερινό ύφασμα ήταν  κλάδες , κάμποτο ή λινό . 

 Μα τα καλά  παπλώματα που προορίζονταν για την διακόσμηση του  κρεβατιού  ή για τις προίκες των κοριτσιών ,  τα έφτιαχναν οι ειδικευμένοι παπλωματάδες,  που ερχόταν από άλλα μέρη όπως την πόλη του Κιλκίς ή από το χωριό Νέο Αγιονέρι ,  λίγα χιλιόμετρα στα νοτιοδυτικά του χωριού μας  .   

Κάθε φθινόπωρο , λίγο πριν έρθει ο βαρυδ χειμώνας ,το χωριό περίμενε τον παπλωματά.  Την δεκαετία του ’60  και ’70  ερχόταν ο μπάρμπα – Χρήστος ο Τσολακίδης από το Νέο Αγιονέρι και έμενε στο  πατρικό μας σπίτι.  

  Ο μπάρμπα – Χρήστος , πρόσφυγας από το Μιστί της Καππαδοκίας ,  γνώριζε την τέχνη του παπλώματος από τον πατέρα του . Οι Μιστιώτες γνώριζαν  αυτήν την τέχνη  και την εξασκούσαν για βιοποριστικούς λόγους και γύριζαν τα γύρω χωριά ,  διαλαλώντας το επάγγελμά τους . Ήταν ένας από τους τελευταίους που γύριζαν τα χωριά , κουβαλώντας μαζί του το μυστικό της αφράτης ζεστασιάς.  

Τα παπλώματα από την  πολλή χρήση έχαναν την  αφρατάδα τους  και τα πανιά από πάνω ήταν λερωμένα . Έτσι οι νοικοκυρές τα χαλούσαν και έπλεναν τα  υφάσματα που τα σεντόνιαζαν  και περίμεναν τον παπλωματά.  

Έφτανε στη Νέα Δήμητρα με τον τορβά του δεμένο στη μέση ,γεμάτο εργαλεία , σακοράφες , χρωματιστές κλωστές και λίγο αφράτο βαμβάκι ,το δικό του  ,»τρόπαιο» ,  μαζεμένο από κάθε σπίτι που δούλευε . Λίγο βαμβάκι  από το ένα , λίγο από το άλλο γέμιζε τον τορβά του . Ήταν συνήθειο το κλέψιμο αφράτου βαμβακιού !  

  Αν δεν του έφτανε η μέρα κοιμόταν στο σπίτι της  νοικοκυράς και άρχιζε την  επόμενη και  συνήθως αυτή η ανανέωση  κρατούσε  μέχρι και δύο  μέρες .  

Στον ώμο του είχε ένα ξύλο σαν πελώριο δοξάρι βιολιού , μακρύ ίσαμε δύο μέτρα  με τεντωμένη μια χοντρή χορδή .  Όταν έπιανε  δουλειά  στο σπιτικό , τότε  χτυπούσε το βαμβάκι με το δοξάρι πολλές φορές  για πολλές ώρες κι εκείνο αφράτευε .  Σαν να ήταν μια  λανάρα το έξυνε και μετά στο καθαρό σεντόνι το  γέμιζε και το άπλωνε  ομοιόμορφα .  Τότε έπαιρνε την σακοράφα και άρχιζε να φτιάχνει ράβοντας όμορφα σχέδια όπως ρόμβους , κύκλους ακτινωτούς ,κύκλους  που άνοιγαν σαν βεντάλιες . 

  Τα καλά παπλώματα γίνονταν από σατέν ύφασμα χρώματος σιέλ ή ροζ και είχαν περίοπτη θέση στην προίκα της νύφης . Όλες οι Νεοδημητριώτισσες είχαν  δύο καλά παπλώματα από σατέν κεντημένα με ωραία σχέδια στην προίκα τους . 

 Ο παπλωματάς έφτιαχνε και στρώματα και μαξιλάρια .   Θυμάμαι την φούρια , την  δουλειά ,  που είχε η γιαγιά μου και η μαμά μου όταν είχαμε τον παπλωματά στο σπίτι . Τον μουσαφίρευαν  και του έκαναν το τραπέζι με ωραίο φαγητό .Εμείς τα παιδιά απαγορευόταν να μπερδευόμαστε στα πόδια τους και  να είμαστε εκεί τριγύρω , για να μην διαταράξουμε την δουλειά  του . 

Πόσο όμορφα επαγγέλματα μιας προηγούμενης εποχής , που με την πάροδο του χρόνου ατόνησαν .Σιγά – σιγά άρχισαν να εγκαταλείπονται όπως εγκαταλείφθηκαν και  τα  σατέν παπλώματα που μας ζέσταναν τις κρύες νύχτες του Νεοδημητριώτικου  χειμώνα . Έτσι εξαλείφθηκαν εντελώς  οι συνήθειες με τα παπλώματα και την ιεροτελεστία της κατασκευής τους .  

Σταμάτησαν να κατέχουν την περίοπτη θέση στην γιουκιά  και να  καμαρώνουμε την τέχνη των παπλωματάδων . Δεν απέμεινε τίποτε από αυτά  για να μας κάνει  να νοσταλγούμε τις παλιές εκείνες εποχές . 

 Και ο μπάρμπα – Χρήστος , αν και άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο στην μεγάλη ηλικία των 101 χρόνων δεν άφησε παρακαταθήκη την τέχνη του σε κανέναν  και έμεινε χωρίς διάδοχο .   

Κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να συνεχίσει  , αφού δεν υπήρχε λόγος και η τέχνη του παπλωματά ξεχάστηκε .  

Η τέχνη , που ξεχάστηκε , άφησε πίσω μια νοσταλγία για μια εποχή , όπου τα χειροποίητα παπλώματα κατείχαν σημαντική θέση στην καθημερινότητα των ανθρώπων . 

 Και κάθε φορά που πέφτει το πρώτο κρύο ,σκέφτομαι εκείνα τα παπλώματα ,που δεν ήταν ένα κομμάτι ύφασμα γεμάτο βαμβάκι ή μαλλί ,αλλά μια ζεστή αγκαλιά από χέρια που ήξεραν να δημιουργούν με αγάπη .  

 Ελένη Τσιφτσόγλου  

Έτος 2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή