Ο Παπάζουγλος της Νέας Δήμητρας: Ο Αστείρευτος Γλεντζές .
Ο Παπάζογλου, Παπάζουγλος όπως τον έλεγαν, μπάρμπα Δημητρός, Παπαδόπουλος το επίθετό του, ο καφετζής της Νέας Δήμητρας δεν ήταν απλώς ένας συνηθισμένος χωριανός μας. Ήταν ένας πραγματικός καλλιτέχνης του γέλιου.
Ο μπάρμπα Δημητρός ήταν Λαζαριώτης ήρθε από το Λαζάρκιοΐ της Επαρχίας Μετρών (Τσατάλτζας) της Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης, της Ανατολικής Θράκης.
Η γυναίκα του η Κυριακιώ ήταν ευγενική μορφή και καλόψυχη. Είχαν εφτά παιδιά.
Τον Γιώργο, τον Γιακήμ, τον Χρηστάκη, την Χρυσώ, την Τζιτζίκα, την Δέσποινα και την Ανυσία.
Και τα παιδιά του είχαν τα χαρίσματά του στα αστεία, στον χορό και στο τραγούδι.
Στην Πλατέα μας στα χαμηλά παράθυρα του καφενείου μια μορφή ξεχώριζε, Ο Παπάζουγλος, που ήταν κάτι περισσότερο από καφετζής. Ήταν η ψυχή του χωριού, ο άνθρωπος με τα αστεία του, τα τραγούδια του και το λαμπερό του πνεύμα και ένωνε τους χωριανούς σε μια αγκαλιά.
Θυμάμαι πόσο ωραίοι άνθρωποι ήταν και τα παιδιά του με τα αστειάκια τους.
Τα Παπαζουγλάκια τραγουδούσαν και χόρευαν πολύ ωραία και μερακλίδικα, ήταν γλεντζέδες και αγαπούσαν την μουσική.
Ο μπάρμπα Δημητρός είχε το καφενείο του στην Πλατέα του χωριού, το γραστίρ ,όπως το έλεγαν. Εκτός απ’ καλός καφετζής ήταν και καλός μάγειρας και ζαχαροπλάστης γιατί στην Πατρίδα δούλευε ως μάγειρας.
Του άρεσε να μαζεύει τα παιδιά του και τα εγγόνια του, να στρώνει τα τραπέζια με τα καλούδια και να τραγουδάνε με το ούζο και το καλό φαγητό.
Και όπως είπε κάποιος, όταν περνάς από ένα σπίτι και ακούσεις τραγούδια μπες μέσα, είναι καλοί άνθρωποι!
Θυμάμαι το καφενείο του δίπλα στου Καραμανλή το μπακάλικο με τα χαμηλά παράθυρα και την είσοδο γωνιακά. Θυμάμαι και την μορφή του, δεν ήταν ψηλός και φορούσε μεγάλα γυαλιά στα μάτια.
Ανάμεσα στο ψήσιμο του ‘ καϊβέ’ (καφέ), και την προετοιμασία του μεζέ και του ούζου, έλεγε και τα ‘μασάλια’ του, τα αστεία του, τα χωρατά του. Κρατούσε τον τσετσβέ, το μπρίκι και μέχρι να φουσκώσει ο καφές σκάρωνε και ένα μασάλλ, αστείο.
Ήταν αστείος, δηλαδή « κατοικούσε στο άστυ», στην πόλη όπως είναι η ετυμολογία της λέξης αστείος και ήταν καλλιεργημένος και πνευματώδης. ‘Έτσι ετυμολογείται η λέξη αστείος, στα αρχαία ελληνικά.
Ο Μπάρμπα Δημητρός κατοικούσε στο χωριό, αλλά ήταν πνευματώδης. Γιατί για να πεις αυτά τα αστεία, έπρεπε να έχεις αυτές τις ικανότητες και να αυτοσχεδιάζεις με πνεύμα έξυπνο και αστείο.
‘Ήταν αστείρευτη πηγή αστείων και περιστατικών με σκωπτική διάθεση ο μπάρμπα Δημητρός, που τους έκανε όλους να γελούν. Προκαλώντας το γέλιο, τους έκαμνε να ξεχνούν τα βάσανά τους και τους άλλαζε αμέσως την διάθεση με τα ευτράπελα.
‘Έτσι, θα θεωρήσουμε ότι επιτελούσε και κοινωνικό έργο. Γινόταν διασκεδαστικός και μαλάκωνε τον πόνο.
«Πες μας κάνα μασάλλ, Δημητρό.»
Κι εκείνος πάντα είχε έτοιμο ένα και στα μέτρα του καθένα.
Πολλές ιστορίες του κινούνταν γύρω από την Κυριακιώ ,την αγαπημένη του γυναίκα. Και ήταν η πρωταγωνίστρια, η άμια (θεία) Κυριακιώ!
Πολυπράγμων ο Παπάζουγλος ασχολούνταν με πολλά για να θρέψει τα επτά στόματα των παιδιών του! Εκτός από καφετζής ήταν και μπαχτσεβάνης. Με τα χέρια του φρόντιζε τον μπαχτσέ του που τον είχε πιο κάτω από την Σολτάρα του χωριού μας και ήταν γεμάτος ζαρζαβατικά δίνοντας ζωή στο χωριό μας . Θυμάμαι που περνούσε με το κάρο του από τις γειτονιές του χωριού μας και ήταν γεμάτο φρέσκα λαχανικά.
Ο Παπάζουγλος ήταν ένας εργάτης της γης και της καθημερινότητας και άνθρωπος της παρέας. Αλλά και άνθρωπος της κοινωνικής ζωής του χωριού μας, αφού το καφενείο του ήταν σκηνή όπου κάθε μέρα διαδραματίζονταν μικρά, καθημερινά θαύματα.
Ξέρω τι σκέφτεστε !
Καθυστέρησα για το μασάλλ (αστείο , ανέκδοτο).
Μην στενοχωριέστε…έχω πολλά να σας πω και ξεκινώ. Ο Παπάζουγλος ήταν μια αστείρευτη πηγή γέλιου και χαράς και έχουμε πολλά μασάλια!
Μια φορά η γιαγιά Κυριακιώ μαγείρεψε σαλιγκάρια.
Ο Δημητρός κράτησε μερικά ζωντανά και τα παρουσίασε την ώρα του φαγητού .
«Κυριακιώ, δεν τα έβρασες καλά, αυτά είναι άψητα.»
«Μα πώς μπρε Δημητρό! Εγώ καλά τα μαγείρεψα.»
«Να, να, και της δείχνει τα ζωντανά τα σαλιγκάρια«.
Η καϋμενούλα η Κυριακιώ σταυροκοπήθηκε.
Ο Δημητρός όταν πήγε στην τουαλέτα, φρόντισε να αφήσει μερικά σαλιγκάρια να περπατάνε στον τοίχο.
Και φωνάζει την Κυριακιώ. «Ελα να διεις που σου έλεγα εγώ ότι είναι άψητα ,ζωντανά!»Και εκείνη τού απάντησε: «Εμ και σύ ευλογημένε! Γιατί τα έτρωγες με τα καύκαλα (καβούκια) τους!»
‘Έτσι, κυλούσε ευχάριστα η ζωή με τον μπάρμπα Δημητρό και τις ιστορίες του, που προκαλούσαν γέλιο και μάκραιναν την ζωή. Στις μνήμες όλων είναι εκείνος που με τα λόγια του έφερε φως στις σκοτεινές ημέρες και γέλιο στις καρδιές των ανθρώπων.
Ο μπάρμπα Δημητρός τελικά αποδείχθηκε πολύ έξυπνος άνθρωπος γιατί ….
«Πέρασε τον ποταμό του χρόνου και έφτασε στην αιωνιότητα «! (Βούδας)
«Και παρέμεινε νεότατος, γιατί η αιωνιότητα είναι νεότης «. (Ρίχτερ )
Την ιστορία με τα σαλιγκάρια μου την διηγήθηκε ο χωριανός μας Οδυσσέας Αλμπανίδης.
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023