Ο Παγωτατζής στη Νέα Δήμητρα
Θυμάμαι τα καλοκαίρια εκείνα, τότε που το χωριό έβραζε από τον ήλιο κι εμείς ψάχναμε λίγη δροσιά κάτω από τις ασκαμνιές. Ήταν Σάββατο απόγευμα, κι όλη η γειτονιά περίμενε σαν να ήταν γιορτή. Από μακριά ακουγόταν ο γνώριμος ήχος, το κουδουνάκι που αντηχούσε στα στενά και μας έκανε να πεταγόμαστε όρθιοι.
«Ήρθε!» φωνάζαμε, κι αρχίζαμε το τρεχαλητό. Ο παγωτατζής κατηφόριζε από το Κιλκίς με το καρότσι του, που έμοιαζε με μικρό θησαυροφυλάκιο. Στηριγμένο στο ποδήλατο, ζωγραφισμένο με γράμματα που έλεγαν ντοντουρμάς, το κουβαλούσε σαν να κουβαλούσε ολόκληρη την παιδική μας ευτυχία.
«Ο παγωτατζής!» φώναξε πρώτος ο Νίκος Βασιλόπουλος, κι αμέσως ξεσηκώθηκαν όλοι. Ο Γιώργος κι η Θεανώ Βασιλόπουλου έτρεχαν, με τα κέρματα σφιγμένα στις χούφτες. Ο Κώστας κι ο Δημητράκης Ιωαννίδης είχαν πάρει φόρα από τη γωνία, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον για να προλάβουν. Ο Απόστολος κι ο Φωτάκης , μικρά παιδάκια ,αδέλφια, φώναζαν δυνατά να τους κρατήσει δυο χωνάκια. Η Νούλα η αδελφή μου κι εγώ τρέχαμε με τα αυγά στο χέρι για να πληρώσουμε το παγωτό μας . Μικρά παιδάκια ακόμα που τα κρατούσε η μαμά τους η θεία Ελπινιώ η Ζηρίδου στο χέρι και στο καρότσι ήταν η Άννα και η Πόπη . Στην ίδια ηλικία νήπια ήταν η Μαίρη και η Τασούλα η Πραξιγά .
Η θεία Βασίλω ,η Τσελεπάκη, έπιανε από το χέρι της ,την μικρή Φωτεινούλα. Οι δικές μου οι μικρές αδελφούλες μου , η Δάφνη και η Νότα έτρεχαν από το σπίτι μας και σκόνταφταν στις πέτρες του δρόμου. Η γιαγιά Ελευθερία κρατούσε από το χέρι της την εγγονή της Ελευθερίτσα και η νύφη της, η θεία Βασιλική, είχε τον μικρό Μανώλη στο καρότσι .
Τα άλλα δύο μικρά παιδάκια του Ευρυστένη Ζαφειρόπουλου ,ο Σταυρής και ο Γρηγόρης ,έτρεχαν να προλάβουν τα αδέλφια τους .
Η Κατίνα η Τσιφτσόγλου του Νάνου , κατέβαινε βιαστικά τα σκαλοπάτια, ο Τάκης ο Τσελεπάκης έτρεχε πιο πίσω λαχανιασμένος, ενώ η Σμαρούλα Ζαφειροπούλου κρατούσε απ’ το χέρι τον αδελφό της, τον Τάκη. Ο Θόδωρος, ο Δημητράκης και η αδελφή τους, η Ζωή Ζαφειροπούλου, ξεχύνονταν κι αυτοί στον δρόμο με φωνές και γέλια.
Από το σπίτι της Θεοφίλαινας του Τατάρογλου ένα τσούρμο παιδάκια έτρεχαν και ήταν ο Κωστάκης ,ο Θεόφιλος, η Ζωηρά και η Κοκκώνη , που συμπλήρωναν τον πολύχρωμο θίασο. Κι ύστερα, σαν να μην έφταναν τόσα, κατέφθαναν και τα αδέλφια Ανθούλα και Γιώργος Νατσόπουλος, συμπληρώνοντας το πανηγύρι.
Και όλοι μαζί, μια ολόκληρη στρατιά παιδιών, περικυκλώναμε το ποδήλατο-καρότσι που είχε κατέβει από το Κιλκίς, το καρότσι με τον ντοντουρμά, που μέσα του έκρυβε όλη τη δροσιά του καλοκαιριού. Ο παγωτατζής χαμογελούσε ,καθώς ήξερε πως εκείνη τη στιγμή κρατούσε στα χέρια του την πιο μεγάλη χαρά μας.
Με το χαρτζιλίκι σφιγμένο στη χούφτα, τον πλησιάζαμε λαχανιασμένοι. Εκείνος χαμογελούσε με καλοσύνη και με το μαχαίρι του, έκοβε κομμάτια από τον μαστιχωτό ντοντουρμά. Μπάλες παγωτού βανίλια, φράουλα, κακάο έπαιρναν θέση σε χωνάκια και κυπελάκια, κι εμείς στεκόμασταν τριγύρω σαν να παρακολουθούσαμε θαύμα.
Μέσα σ’ αυτό το σμήνος από παιδικές φωνές στεκόταν κι η γιαγιά Δοξή του Αριστέν ,του Καλφόπουλου.
Κοντούλα με τα μακριά φουστάνια της , μα το βλέμμα της έλαμπε σαν παιδιού. Έπαιρνε κι εκείνη πάντα το δικό της παγωτό, μικρή μπάλα βανίλια σε κυπελάκι. «Να γλυκαθώ κι εγώ μαζί σας», έλεγε, κι όλοι γελούσαμε. Η εικόνα της, με τα γυαλιά να γλιστρούν στη μύτη και το κουταλάκι στο χέρι, έδινε στο απόγευμα μια ξεχωριστή θαλπωρή.
Κι έτσι, γύρω από το ποδήλατο-καρότσι, ολόκληρη η γειτονιά γινόταν ένα. Τα παιδιά με τα γέλια τους κι η γιαγιά με το ήσυχο χαμόγελό της, μοιραζόμασταν την ίδια γλυκιά δροσιά του ντοντουρμά. Γιατί εκείνο το παγωτό ήταν μια μπουκιά ευτυχίας που χωρούσε μικρούς και μεγάλους.
Όταν δάγκωνα την πρώτη μπουκιά, ένιωθα τον κόσμο να αλλάζει. Η ζέστη έσβηνε, τα παιχνίδια ξαναγίνονταν πιο ζωηρά και η καρδιά μου φούσκωνε από χαρά. Εκείνο το παγωτό ήταν το δώρο καλοκαιριού, σημάδι πως η ζωή είχε κι αυτή τις μικρές της πολυτέλειες. Ήταν η γιορτή του καλοκαιριού, το σημάδι πως ήμασταν παιδιά κι ο κόσμος ήταν γλυκός σαν μαστιχωτός ντοντουρμάς.
Κι όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, κάθε φορά που ακούω κουδούνι ή βλέπω καροτσάκι παγωτού, γυρίζω πίσω σ’ εκείνα τα απογεύματα του χωριού, τότε που λίγες μπουκιές δροσιάς χωρούσαν όλη την ευτυχία του κόσμου.
Ελένη Τσιφτσόγλου 2025