Ο Λαγάς του Χωριού μας: Η Ζωή και οι Ιστορίες του Μιλτιάδη Εσκιόγλου της Νέας Δήμητρας
Πρόσωπα της καθημερινής ζωής του χωριού μας ήμασταν όλοι . Κάποιοι όμως ξεχώρισαν για τις ιδιαίτερες ικανότητες τους. Είναι αυτοί που για λόγους επιβίωσης, ασχολήθηκαν και με το κυνήγι άγριων ζώων και ό,τι μπορούσε να δώσει η φύση το έπαιρναν.
Κυνηγοί δεν ήταν όλοι και υπήρχαν αρκετοί στο χωριό μας αλλά λίγοι ξεχώριζαν .Και μάλιστα λαγοκυνηγοί, γιατί έπρεπε να είσαι πολύ επιτήδειος .Λαγοκυνηγοί ήταν ο Πέτρος Τσομπανάκης, ο Στέφανος Μηττας και ο Μιλτιάδης Εσκιόγλου. Δεν θέλω να αδικήσω κανέναν από αυτούς που είχαν την ικανότητα και το πάθος γι’ αυτήν την ενασχόληση .
Στο χωριό μας το παραδοσιακό κυνήγι είχε βαθειά παράδοση. Κυνηγούσαν για λόγους επιβίωσης αντλώντας τροφές από την φύση . Αυτοί ήταν οι παραδοσιακοί κυνηγοί. Αυτοί έθρεψαν την οικογένειά τους, τους φίλους και τους συγγενείς με τα θηράματα .Αυτοί ήταν οι κυνηγοί, που μετέφεραν γνώσεις στις επόμενες γενιές . Άλλωστε οι βασικές αρχές του κυνηγιού δεν έχουν αλλάξει .
Είχαν τα σκυλιά τους, τα λαγωνικά, που τα φρόντιζαν και τα έπαιρναν μαζί τους στο κυνήγι. Αυτά είχαν την ικανότητα, να ξετρυπώνουν τους λαγούς κυρίως, από τα ‘γιατάκια ‘, τις φωλιές τους .
Τον μοναδικό επισκέπτη που θα συναντούσαμε τον χειμώνα στην ύπαιθρο ήταν ο κυνηγός. Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη τους γι’ αυτό που έκαναν, που δεν υπολόγιζαν ούτε τις κακές καιρικές συνθήκες και γνώριζαν την μορφολογία του εδάφους των γύρω περιοχών.
Μικρό παιδάκι , πήγαινα με την γιαγιά μου ,στην φίλη της, την Μαρίτσκω.Η Μαρίτσκω είχε άνδρα της , τον Μιλτιάδη τον Εσκιόγλου 1902-1991). Ο μπάρμπα – Μιλτιάδης ήρθε πρόσφυγας από το χωριό Λαζάρκιοΐ της Τσατάλτζας της Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης της Ανατολικής Θράκης. Ήρθε στην Νέα Δήμητρα σε ηλικία 22 χρόνων, παντρεύτηκε με την Μαρία ( Μαρίτσκω ) Τεπελή και απέκτησαν πέντε παιδιά .
Ήταν άξιος νοικοκύρης, είχε πρόβατα , μάζευε παπαδίτσες, τα χαμομήλια , δούλευε στα χωράφια του και ήταν και μεγάλη μορφή των κυνηγών .Ήταν ικανός κυνηγός και κυνηγούσε αλεπούδες και κουνάβια για τις γούνες τους.
Εκεί όμως που διέπρεπε ήταν το κυνήγι του λαγού , ήταν λαγοκυνηγός, λαγάς.
Τον έβλεπα να περνάει από το σπίτι της γιαγιάς μου της Δαφνιώς ,με το όπλο του και τα φυσίγγια περασμένα στην μέση του και ήταν ψηλός με ωραίο παρουσιαστικό .Όταν τον συναντούσα φοβόμουν πολύ .Το όπλο του είχε σκοτώσει πολλά ζωάκια ,που τα έβλεπα κρεμασμένα στον ώμο του.
Η μαμά μου, μας έλεγε πως πρέπει να αγαπάμε τα ζώα και να μην τα κάνουμε κακό .
Κάποια μέρα ήρθε στην αυλή και τον άκουσα να περιγράφει στον παππού μου , πώς έπιασε τον λαγό που είχε κρεμασμένο στον ώμο του .
__Και που λές , Θανάσς ( η) , πέρα στο δασάκκ ( ι) ήτανε σε χαμηλά χόρτα .Ήξερα πως εκεί είναι το γιατάκκ του και είχε και λίγες πέτρες…αααα, εδώ σε θέλω …τον ξετρύπωσα .Να ‘ναι καλά και ο Τσίφτης μου και χάιδεψε το κυνηγόσκυλό του. Παντού πήγαινε με τα πόδια ,περπατούσε πάρα πολύ σε βουνά , χαράδρες και δεν άφησε απάτητο τόπο. Ήθελε χρόνο, αντοχή, υπομονή και επιμονή, αρετές που είχε ο μπάρμπα – Μιλτιάδης.
Κατά το Μπεγλερί το τσιφλίκι , δυτικά τού χωριού μας ήταν ο συνήθης τόπος που κυνηγούσε. Ο μπάρμπα – Μιλτιάδης ήξερε πού ζει ο λαγός ανάλογα με την εποχή και πότε μετακινείται. Είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την φύση ο κυνηγός και αυτό φαινόταν από τις γνώσεις του για την συμπεριφορά του λαγού .
Στην αρχή του χειμώνα ο λαγός ζει σε πυκνή βλάστηση στα ρέματα και αργότερα μετακινείται πιο ψηλά ,σε πλαγιές και σε μικρά υψώματα ,πρέππ( ει ) να τα ξέρ(ει)ς αυτά , έλεγε
Έπαιρνε μαζί του τον δωδεκάχρονο εγγονό του συνονόματό του , τον Μιλτιάδη του Στέφανου για να τον μυήσει στην τέχνη του κυνηγιού !
_» Και μετά που λες , Θανάσς, μερικές φορές τ’ αγγόνιμ , τα καταφέρνει καλά .
«Τα προχθές» έβγαλε λαγό , όπως τον έδειξα . Τόνε βγάζζ απ’το γιατάκκ του και τόνε κοιτάει . Πυροβόλα μπρέ .Μη φοβάσαι .Και τόνε πυροβολάει με το αεροβόλο στ’ αυτί τ(ου ). Τόνε παίρνει και κοσσέβ(ει ) κατά το χωριό . Σάστισε η Μαρίτσκω , σαν τον είδιε .
Αυτός με μοιάζ πολύ . Θα γένν( ει) λαγάς «.
Πεταγόταν ο μπάρμπα Μιλτιάδης στο βουνό για να φέρει έναν λαγό, προκειμένου να φιλέψει τους καλεσμένους του .Και όπως έχει τέχνη για να πιάσεις τον λαγό , έτσι έχει τέχνη και για να τον μαγειρέψεις .
Και η κόρη του Σοφούλα μαγείρευε τόσο ωραίο στιφάδο. Μερίδες λαγού με κρεμμύδια και δαφνόφυλλο γευθήκαμε με την γιαγιά μου στο τραπέζι της .Κάποιοι θεωρούν το κρέας του λαγού το πιο λατρευτό που δώρισε η φύση.
Ο μπάρμπα – Μιλτιάδης κυνηγούσε επίσης πέρδικες ,φάσες, μπεκάτσες, αγριοκούνελα, τσίχλες, ορτύκια, τρυγόνια, κοτσύφια.
Πάντα θα ακούμε ιστορίες για κάποιον κυνηγό που τα κατορθώματά του στο κυνήγι έχουν δημιουργήσει μύθο και μεταφέρονται από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά.
Ο παππούς Μιλτιάδης όμως ήταν πραγματικός ‘λαγάς’ , χωρίς υπερβολές και μεγάλα λόγια.
Ο παππούς Μιλτιάδης διέψευσε την παροιμία , που αναφέρεται σε αυτούς .
« Του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο, επτά φορές είναι αδειανό και μια φορά γεμάτο « Του μπάρμπα –Μιλτιάδη το πιάτο όμως ήταν πάντα γεμάτο από μεζέδες κυνηγιού. Και μέχρι τα γεράματά του, δεν παρέδωσε τα όπλα .
Οι γνώμες για το κυνήγι διίστανται. Οι μεν υποστηρίζουν ότι το κυνήγι είναι χρήσιμο και βοηθάει στην ισορροπία της φύσης. Οι δε ότι γίνεται εξολόθρευση της άγριας πανίδας .
Εδώ δεν μπορώ να σας πω τι πρέπει να πιστεύετε και τι να κάνετε .Εδώ σας λέγω, τι πιστεύω εγώ. Εκείνο που τολμώ να πω είναι ότι τα νεότερα χρόνια παύει να είναι τρόπος βιοπορισμού και αποτελεί πλέον ένα « άθλημα» σε εισαγωγικά , με ολέθριες συνέπειες για την φύση .
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023