Ο Κωνσταντινουπολίτης της Νέας Δήμητρας
Δίπλα στο υφασματοπωλείο του Παναγιωτίδη του Χρήστου στην άκρη της Πλατέας , ήταν πάντα ανοικτή η πόρτα του τσαγκαράδικου .
Ο μπάρμπα — Γιάνγκος ο Στεργιάδης σκυμμένος στον πάγκο του διόρθωνε και έφτιαχνε παπούτσια .
Ήταν άριστος τεχνίτης και τον θυμόμαστε όλοι που δούλευε ατελείωτες ώρες στο τσαγκάρικό του , φορώντας πάντα την χαρακτηριστική δερμάτινη ποδιά του .
Κόσμος πηγαινοερχόταν και ο μπάρμπα – Γιάνγκος έπαιρνε με υπομονή τις παραγγελίες τους . Οι πελάτες έμπαιναν και έβγαιναν .Ο θείος Διαμαντής ο Καλφόπουλος εκείνη την στιγμή έβγαινε από το τσαγκάρικο και έλεγε με τον τρόπο του τον καλοσυνάτο στον μπάρμπα –Γιάνγκο :
__Τα θέλω γλήγορα τα σκαρπίνια Γιάνγκο , άμα μπορέσεις να τα κάνςς μέχρι την άλλ βδομάδα ; ‘Εχμε την χαρά τού Μαντούλλ.
Και ο μπάρμπα – Γιάγκος κουνούσε το κεφάλι του με κατανόηση , δεσμευόταν με τον τρόπο του χωρίς πολλά λόγια . Σαν να κουβαλούσε μαζί με το βάρος της τέχνης του και όλη τη σοφία του κόσμου ,αυτήν την παλιά Σοφία που δεν την μαθαίνεις αλλά που την ζείς .
Κι εγώ περίμενα τα λουστρίνια παπουτσάκια μου , που ξεκόλλησαν οι σόλες τους και τα φιογκάκια .
Και μετά από λίγο ήρθε η θεία Ανάστα του Ζαρζουλά και έφερε τα πασουμάκια της , να τα κολλήσει ο μπάρμπα—Γιάνγκος .
Ο παππούς μου έλεγε πως ο μπάρμπα – Γιάγκος δεν ήταν απλός τσαγκάρς αλλά μάστορας από τους λίγους .
Όση ώρα περίμενα θαύμαζα της επιδεξιότητά του και ο ίδιος μου είπε πώς ήρθε από το Οκλαλί τής Τσατάλτζας τής Ανατολικής Θράκης και είχε τσαρουχάδικο στην Πόλη .
Μετά έφτιαχνε «ποδήματα « και είχε μεγάλη ζήτηση η δουλειά του .
Οι Κωνσταντινουπολίτες έδιναν μεγάλη σημασία στην εμφάνισή τους και τον ήξεραν και τον εκτιμούσαν .
Ήταν αριστοκράτες και τα ποδήματά τους ήταν σκαρπίνια από δέρμα και λουστρίνια .
Στο Μέγα Ρεύμα της Κωνσταντινούπολης σε αυτό το προάστιο που ήταν όλοι οι επιφανείς Έλληνες έζησε ο Γιάγκος .
Ήταν ξάδελφος του παππού μου του Νικόλα του Τσάκου , του Τσιφτσόγλου και μου είπε ότι το επίθετό του από Τσιφτσόγλου αλλάχθηκε , κατά την απογραφή στην νέα Πατρίδα , σε Στεργιάδης και του αδελφού του σε Εμμανουηλίδης .Αυτό τότε ήταν συχνό φαινόμενο .
Παντρεύτηκε την Καστανιώτισσα Ευανθία και έκανε τέσσερα παιδιά .
Την Χαρίκλεια , γυναίκα τού Χρήστου Παναγιωτίδη στο χωριό μας , τον Στέργιο που παντρεύτηκε την Κοκώνα Παρπαρά και ζουν στην Ελβετία , την Αθηνά που παντρεύτηκε στις Καστανιές και έκανε την οικογένειά της και τον Ξενοφώντα που σπούδασε δικηγόρος και πόσο πολύ διάβασε .
Μού μίλησε για την ξενιτιά που τού στερεί την οικογένεια τού Στέργιου του και τις δυσκολίες που πέρασαν όλοι , μέχρι να μεγαλώσουν και να σπουδάσουν τα παιδιά τους .
Ο παππούς μου ο Γιανγκος , μού άνοιξε την καρδιά του και έβλεπες στο πρόσωπό του , την καλοσύνη του .
Φεγγοβολούσε όλος όταν μιλούσε για την Πατρίδα και την ωραία Πολιτεία και συγχρόνως δούλευαν τα ευλογημένα χέρια του , με μαεστρία και επιδεξιότητα .
«Αχ …παιδίμ , η Πόλη ήταν στολισμένη με πολλά στολίδια .. μα πιο μεγάλο στολίδδ ήταν οι Έλληνες που έμεναν εκεί.
Βούιζε από ζωή και πέρναγαμε καλάαα ….είμασταν ούλλ μονιασμένν και όλα ήταν μαγικά ! Ήταν πλούσια η Πόλη , είχε τεχνίτες, τις καλύτεροι . Ξεριζώθκαν πολύς κόσμος παιδίμ’, με μια μονοκοντυλιά !
Με τις Τούρκοι δεν είχαμε έχθρα και ο καθένας έκαμνε την δουλιάττ κατά πώς έπρεπε .Τώρα εδώ να ζούμε μονιασμένν κι αγαπημένν. Τί να κάνμε .
«Θαλά « μάς έπαιρνε το Ελληνικό το Κράτος και δεν ήταν το τυχερό! «
Μου άρεσε η κουβέντα με τον παππού Γιάνγκο !
Ένοιωθα τον πόνο του και την θλίψη του και τον είχα βάλει στην θέση του Θρακιώτη Κωνσταντινουπολίτη παππού μου , που δεν γνώρισα ! Σαν να είδα για λίγο την ψυχή του παππού μου μέσα από τον φίλο του και ξάδελφό του ζωντανεύει .
Πόσες ιστορίες θα είχα ακούσει από τον παππού μου Νικόλα τον Τσάκο , που έλεγαν ότι δούλευε σε φούρνο στην Πόλη !
Πόσες εικόνες στερήθηκα, που θα τις έβλεπα μέσα από τα γαλανά, όπως μού είπαν , μάτια τού παππού μου !
Ο παππούς Γιάνγκος συνέχισε την κουβέντα του κι εγώ σκεφτόμουν πως εκεί οι λαοί , μοιράστηκαν τις ίδιες πίκρες , τις ίδιες χαρές , τις ίδιες αγωνίες .Ανέπνευσαν τον ίδιο αέρα και κοίταξαν τον ίδιο ουρανό!
Μού είπε ότι γύρισε στην Πόλη και στο χωριό μας, το Οκλαλί . Αυτήν την επίσκεψη την είχε τάξει στον εαυτό του!
Πόσο πολύ θέλεις να γυρνάς στον τόπο που σε ανάθρεψε!
Έκλεισε στην ψυχή του όλες τις εικόνες από την Πόλη !
Και έβλεπες και μια γλυκειά μελαγχολία στα μάτια του , για την κάθε ομορφιά της τραγουδισμένης Πόλης !
Έμεινε τρία βράδυα στο σπίτι του Μουχτάρ (προέδρου) του χωριού , που τον περιποιήθηκε πολύ !
__Αχ …παιδίμ … πώς τ’ άφκαμε όλα και κιρλάτσαμε (φύγαμε βίαια ). Δεν ήθελα να φύγω …κάτι με τράβαγε εκεί ! Σαν να ‘μουν δεμένος με μια αόρατη κλωστή.
Τα λόγια του έβγαιναν γλυκά και αργά ,γεμάτα καημό και θλίψη .
Ήξερε καλά την τέχνη του και την έφτιαχνε με μεράκι και επιδεξιότητα . Δεν είναι τυχαίο που είχε το τσαγκάρικό του στην Πόλη στο Αρναούτκιοϊ και έφτιαχνε υποδήματα .
Τότε τα έφτιαχναν από την αρχή και τα υποδήματα ήταν ραφτά και καρφωτά .
Πάνω στον πάγκο του είχε τις βελόνες , τις σακοράφες , τα σουβλιά και γύρω από αυτόν ήταν κρεμασμένα τα σφυράκια , οι τανάλιες και οι λίμες . Στα ράφια πάνω ήταν τα ξύλινα καλοπόδια και τα δέρματα .
Πάντα ήταν χαμογελαστός με την μεγάλη μουστάκα του και το ντύσιμό του ήταν το χαρακτηριστικό των αστών της Πόλης ! Πουκάμισο και αμάνικο γιλέκο με κρεμαστό στο τσεπάκι το ρολόι του .
Αν θυμάστε τον μπάρμπα—Γιάνγκο είστε τυχεροί γιατί είχε την καρδιά τού καλοκάγαθου ανθρώπου και αυτό φαινόταν στο πρόσωπό του .
Καλημέριζε όλον τον κόσμο και ήταν ένας αληθινός « τζέντλεμαν» ….τής Πόλης ! Ένας κοσμοπολίτης που είχε μέσα του όλο το μεγαλείο της Πόλης , μια καρδιά που έλαμπε μέσα από το κάθε χαμόγελό του .
Και μού ήρθε στο μυαλό το ωραίο τραγούδι που αναφέρεται στην Πόλη .Κάθε φορά που το ακούω θυμάμαι τον κοσμοπολίτη παππού Γιάνγκο .
«Σαν τα μάρμαρα της Πόλης
Που ‘ναι στην Αγιά Σοφιά
‘Έτσι τά ‘χεις ταιριασμένα , ωχ αμάν
Μάτια φρύδια και μαλλιά …»
Όταν κλείνω τα μάτια μου και ακούω αυτό το τραγούδι ,τα μάρμαρα της Αγιά – Σοφιάς στέκονται ζωντανά, όπως και τα μάτια του μπάρμπα – Γιάγκου που για μια στιγμή βρίσκονται εκεί , στην Πόλη των ονείρων του .
Σαν τα στολίδια της Αγιά – Σοφιάς ήταν οι άνθρωποί της ….Σαν τα μάρμαρά της !
Ο μπάρμπα – Γιάγκος Στεργιάδης , Ιωάννης (1902-1990) γεννήθηκε το 1902 στο χωριό Όκλαλι τής Τσατάλτζας τής Νομαρχίας Κωνσταντινούπολης της Ανατολικής Θράκης . Ήρθε στην Νέα Δήμητρα το 1924 πρόσφυγας, με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών σύμφωνα με την Συνθήκη τής Λωζάνης . Ήταν 22 χρόνων . Ο μπαμπάς τού Στέργιος είχε πεθάνει στην Πατρίδα και ήρθε με την μαμά του Χαρικλειώ το γένος Αντωνίου Ντοτσίνη και με τα αδέλφια του, τον Μανώλη και τον Διαμαντή. Όταν πέθανε ο μπαμπάς τού στο Όκλαλι τής Πατρίδας,την χήρα μαμά του με τα παιδιά τους πήρε υπό την προστασία του στο Αρναούτκιοϊ της Κωνσταντινούπολης ο άνδρας της Τριανταφυλλιάς Κεμπαπτσόγλου ο Δημήτρης . Η Τριανταφυλλιά ήταν η αδελφή της Χαρικλειώς . Εκεί ο Γιάγκος έμαθε την τέχνη του τσαρουχά και μετά του υποδηματοποιού και δούλευε στο κατάστημά του . Μέχρι που ήρθε ο Ξεριζωμός και ήρθαν στην Νέα Δήμητρα . Εδώ ο Γιάγκος παντρεύτηκε την (Ευανθία1907-1996) , την κόρη του Ξενοφώντα και τής Καλυψώς Μιχαηλίδη από τις Καστανιές Κιλκίς ,με καταγωγή από τις Καστανιές της Πατρίδας. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά τον Στέργιο, την Χαρίκλεια , την Αθηνά και τον Ξενοφώντα που έκαναν τις οικογένειές τους .
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023.