Ο Κωνσταντίνος Γκοτζίδης(1908-1978) ήρθε από το Άκαλαν της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης.
Όταν περπατούσε ανάμεσα στα σπαρμένα χωράφια της Νέας Δήμητρας, τα μάτια του δεν έβλεπαν μόνο το σήμερα, αλλά και το αύριο. Δεν του αρκούσε η απλή καλλιέργεια. Ήθελε να πάει ένα βήμα πιο πέρα.
Και τότε του γεννήθηκε η ιδέα του αμπελώνα. Ήξερε πως το χώμα μπορούσε να δώσει καρπούς διαφορετικούς, αν κάποιος ήξερε να το δουλέψει σωστά.
Φαίνεται πως ο Κωνσταντίνος Γκοτζίδης ήταν ένας ακέραιος και δραστήριος άνθρωπος, που συμμετείχε ενεργά στα συνεταιριστικά ζητήματα του Κιλκίς. Το γεγονός ότι εξελέγη πρόεδρος της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών του Κιλκίς, δείχνει πως είχε την εμπιστοσύνη των αγροτών, αλλά και ότι ενδιαφερόταν ουσιαστικά για τα κοινά. Η στάση του απέναντι στη σύνταξη του αγρότη επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1961 και Γεωργίου Παπανδρέου το 1964, αποδεικνύει την κοινωνική του ευαισθησία. Η στήριξη ενός τέτοιου αιτήματος ήταν καθοριστική για τη βελτίωση της ζωής των γεωργών και η ένθερμη υποστήριξή του φανερώνει ότι έβλεπε πέρα από προσωπικά συμφέροντα, δίνοντας προτεραιότητα στο κοινό καλό.
Έτσι ο Κωνσταντής δεν ήταν μόνο ένας δραστήριος συνεταιριστής, αλλά και πρωτοπόρος στη γεωργική ανάπτυξη του χωριού. Το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος που δημιούργησε αμπελώνες με τη βοήθεια ειδικών γεωπόνων δείχνει ότι είχε διορατικότητα και διάθεση να φέρει πρόοδο για το χωριό. Τότε κάλεσε στη Νέα Δήμητρα τον Ιάκωβο Θεολογίδη από την Πυλαία Θεσσαλονίκης, γεωπόνο του Αμερικανικού κολεγίου «Ανατόλια « και τον Σπύρο Τζιάκα, πρακτικό γεωπόνο και γνώστη και βοήθησαν σε αυτό το εγχείρημα. Και οι δύο αυτοί άξιοι άνθρωποι έγιναν γαμπροί στην Νέα Δήμητρα. Ο Ιάκωβος παντρεύτηκε την αδελφή του Νικόλα του Τσάκου, την Μαρία και ο Τζιάκας την Δόμνα, την αδελφή του Παπαδά Απόστολου. Έτσι οι γεωπόνοι ρίζωσαν στην Νέα Δήμητρα.
Η πρωτοβουλία αυτή του Κωνσταντή Γκοτζίδη σίγουρα επηρέασε και άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του, συμβάλλοντας στην οικονομική ανάπτυξη του χωριού. Και το ότι δεν επέλεξε να παραμείνει σε διοικητικές θέσεις παρόλο που είχε τη δυνατότητα, φανερώνει έναν άνθρωπο με αρχές, που δεν επιδίωκε προσωπικά οφέλη αλλά προσέφερε όσο μπορούσε, στο χωριό του.
Με τη βοήθεια ειδικών γεωπόνων διάλεξε την κατάλληλη περιοχή, τις κατάλληλες ποικιλίες, μελέτησε το κλίμα, δοκίμασε, έμαθε. Και τελικά οι πρώτοι αμπελώνες της Νέας Δήμητρας έγιναν πραγματικότητα. Κάποιοι απορούσαν αν θα πετύχει. Όμως, όταν τα πρώτα κλήματα ρίζωσαν, όταν οι πρώτοι καρποί κρεμάστηκαν από τις κληματαριές.
Όταν το χώμα απέδωσε αυτό που τόσο καιρό κρατούσε κρυμμένο, τότε οι απορίες μετατράπηκαν σε θαυμασμό.
Φυτεύτηκαν πολλά κλήματα σε έκταση 250 στρεμμάτων. Η διανομή έγινε με κλήρωση και κάθε οικογένεια είχε το ένα στρέμμα αμπελιού έτοιμο, να γευτεί τους καρπούς του.
Ήταν μια από εκείνες τις μέρες που το χωριό έβραζε από προσμονή. Όλοι είχαν μαζευτεί στην πλατεία, άντρες, γυναίκες, ακόμα και παιδιά που χώνονταν ανάμεσα στα φουστάνια των μανάδων τους για να δουν από κοντά τη διαδικασία. Ο Κωνσταντίνος ο Γκοτζίδης στάθηκε μπροστά στο πλήθος, με το χαρτί της διανομής στο χέρι και μίλησε με σταθερή φωνή:
- Τα αμπέλια αυτά δε θα είναι δικά μου. Θα είναι δικά σας. Ένα στρέμμα σε κάθε οικογένεια, για να μεγαλώνουμε μαζί τα κλήματα, όπως μεγαλώνουμε τα παιδιά μας.
Οι γυναίκες έκαναν το σταυρό τους, οι άντρες αντάλλαξαν βλέμματα γεμάτα ελπίδα, και η κλήρωση ξεκίνησε. Ένα-ένα τα ονόματα ακούγονταν κι εκείνοι που τ’ άκουγαν ένιωθαν τη γη να τους ανήκει λίγο περισσότερο. Το χώμα που άλλοτε τους είχε δεχτεί ως πρόσφυγες, τώρα τους έδινε καρπό.
Χρόνια μετά, τα αμπέλια απλώνονταν σαν θάλασσα πράσινη. Καλοκαίρια με τρύγο, φθινόπωρα με κρασί στα βαρέλια, χειμώνες με ιστορίες δίπλα στο τζάκι.
Για χρόνια τα αμπέλια του Κωνσταντή Γκοτζίδη άνθιζαν κάθε άνοιξη, γεμάτα υποσχέσεις. Το φθινόπωρο, τα κοφίνια γέμιζαν με σταφύλια που μοσχοβολούσαν . Άσπρα, ροζακί και μοσχάτα γέμιζαν τα καλάθια μας στην βόλτα μας εκεί πάνω.
Όμως ο χρόνος δεν λυπάται ούτε γη, ούτε ανθρώπους. Ο Κωνσταντίνος έφυγε και μαζί του έφυγε και η γενιά που ήξερε να φροντίζει το αμπέλι. Τα κλήματα γέρασαν και τα χέρια που τα φρόντιζαν λιγόστεψαν. Έτσι τα αμπέλια εγκαταλείφθηκαν όπως δεν σταμάτησε κι ο χρόνος. Οι παλιοί έφυγαν και τα αμπέλια, κουρασμένα από τις δεκαετίες, έγειραν. Ένα-ένα εγκαταλείφθηκαν, σαν γέροντες που περιμένουν την τελευταία τους άνοιξη.
Μα οι μνήμες δεν εγκαταλείφθηκαν ποτέ. Σε κάθε ποτήρι κρασί που σηκωνόταν στις γιορτές, σε κάθε τραγούδι που ακουγόταν κάτω από τις κληματαριές, οι άνθρωποι θυμούνταν. Γιατί εκείνα τα αμπέλια δεν ήταν απλά γη. Ήταν το δώρο της μοίρας τους, δεμένο με τις ρίζες τους, βαθιά στη Νέα Δήμητρα.
Ακόμη και αν εγκαταλείφθηκαν, οι άνθρωποι θυμούνται εκείνους που έζησαν, πρόσφεραν και αγάπησαν ανάμεσά τους.
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2025