Ο Δρόμος με τις Πέτρες 

Ο Δρόμος με τις Πέτρες 

Όταν ο Τριαντάφυλλος Ζαχαριάδης ήταν μόλις δεκαέξι χρονών, η ζωή του άλλαξε πορεία. Ήταν παιδί προσφύγων, μεγαλωμένος στη Νέα Δήμητρα, ένα χωριό με μυρωδιές από καπνό, μα και γεμάτο όνειρα που ξεπερνούσαν τα όρια του ορίζοντα. Η μητέρα του έμαθε για μια σχολή στα σύνορα της πατρίδας, στο μακρινό και σχεδόν μυθικό Καστελόριζο. Σχολή για οικοδόμους, όχι απλώς για να δουλεύουν με τα χέρια, αλλά για να μαθαίνουν την τέχνη. Να αποκτούν δίπλωμα. Να χτίζουν με γνώση και περηφάνια. 

Ο Τριαντάφυλλος δεν δίστασε. Η απόσταση δεν τον φόβισε. Ήξερε ότι ο προορισμός του δεν ήταν μόνο ένα νησί, αλλά ένας δρόμος που θα τον οδηγούσε στη ζωή που ονειρευόταν. Έτσι, με μια μικρή βαλίτσα και τα μάτια γεμάτα φως, πήρε  μόνος του, το καράβι από τον Πειραιά χωρίς συντροφιά . Ήταν ένα ταξίδι γεμάτο κύματα, αναμονή και θάλασσα που έμοιαζε να ανοίγει δρόμο μπροστά του , όπως άνοιγε και η ζωή του. 

Η σχολή στο Καστελόριζο ήταν υπό την αιγίδα της Βασίλισσας. Ένα λιτό οικοτροφείο γεμάτο φωνές αγοριών, σφυριά, ασβέστη και κουβέντες για το αύριο. Ο Τριαντάφυλλος τακτοποιήθηκε γρήγορα. Έκανε φίλους, παιδιά απ’ όλη την Ελλάδα, που είχαν έρθει με την ίδια δίψα. Να μάθουν, να γίνουν τεχνίτες, να πιάσουν δουλειά με αξιοπρέπεια. 

Ήταν επιμελής. Κρατούσε σημειώσεις με προσοχή, άκουγε, παρατηρούσε, και στα πρακτικά μαθήματα ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Ρουφούσε τη γνώση σαν νερό σε ξερό χώμα. Τα βράδια, κοιτώντας τη θάλασσα, λαχταρούσε τη μητέρα του, τον τόπο του. Μα έσφιγγε τα χέρια του, γιατί ήξερε πως κάθε μέρα τον έφερνε πιο κοντά στο όνειρο.  Να  χτίζει, να δημιουργεί. 

Στη σχολή οικοδόμων έμαθε να πιάνει το μυστρί, να μετράει τη γωνιά, να σηκώνει με υπομονή το βάρος της πέτρας, όπως σήκωνε η μνήμη του το όνομα που είχε. Εκείνον δεν τον γνώρισε ποτέ. Μόνο τις ιστορίες που άφησε πίσω του κι εκείνη τη σιωπή που πλανάται σαν σύννεφο στα σπίτια των ανθρώπων που δεν γύρισαν. Ο παππούς του, ο Τριαντάφυλλος , είχε φύγει για τον τουρκικό στρατό. Κάποτε, στην Ανατολική Θράκη. Τον πήραν με τη στολή και τον εξαφάνισαν σε έναν πόλεμο που δεν είχε ούτε νικητές ούτε επιστροφή. Δεν έμαθε ποτέ κανείς αν ζούσε, αν χάθηκε σε κάποια μάχη, αν θάφτηκε με το όνομά του ή αν το έσβησε ο καιρός. 

Η γιαγιά του, η Σταυρινή, τον περίμενε. Με τα μαλλιά της δεμένα σε κότσο και τα μάτια της πάντα στραμμένα προς την αυλή, μήπως και φανεί ένας ίσκιος, ένα γράμμα, μια ανάσα που θα της τον έφερνε πίσω. Πέρασαν τα χρόνια και έμεινε  η αναμονή.   

Όταν γεννήθηκε ο εγγονός της, είπαν να τον πουν Τριαντάφυλλο. Όχι για να θυμούνται τον χαμένο. Αλλά για να τον ξαναφέρουν, έστω κι έτσι , με μια ανάσα ζωής που να συνεχίζει. 

Ο νεαρός Τριαντάφυλλος στο Καστελόριζο δεν ήξερε τότε γιατί αγαπούσε τόσο τις πέτρες. Μα κάθε φορά που ύψωνε έναν τοίχο, ήταν σαν να χτίζει ένα σπίτι για τον παππού του που δεν είχε ποτέ του δικό του. Κι όταν ο ήλιος έπεφτε στο λιμάνι και οι φωνές των μαστόρων σώπαιναν, έμενε λίγο μόνος με το όνομά του. 

Κι ένιωθε πως κάπου, σε μια άλλη εποχή, η Σταυρινή ίσως τον κοιτούσε και χαμογελούσε. Γιατί ο δικός της Τριαντάφυλλος, έστω κι αργά, είχε γυρίσει. 

Και το έκανε. Με τα χρόνια, ο Τριαντάφυλλος γύρισε πίσω, όχι πια παιδί, αλλά μάστορας. Από τα θεμέλια ως τη στέγη, σπίτια και οικοδομές πέρασαν από τα χέρια του. Ήλιος τον έψησε, χειμώνες τον δοκίμασαν, αλλά εκείνος στεκόταν πάντα μπροστά στο γιαπί, με την καρδιά γεμάτη. Έχτισε το δικό του σπίτι  και μέσα του την οικογένεια. Έγινε νοικοκύρης. Άνθρωπος με υπόσταση και ήθος. 

Πέρασαν δεκαετίες και ο ιδρώτας έγινε μνήμη .  Την  τέχνη του την είχε μεταδώσει σε νέους, που τον αποκαλούσαν “δάσκαλο”. Και όταν πια τα εργαλεία μπήκαν στην άκρη, η κόρη του, η Ειρήνη, του πρόσφερε ένα δώρο , ένα ταξίδι πίσω. Εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν όλα. 

Γύρισε λοιπόν στο Καστελόριζο, όχι πια δεκαεξάχρονος με όνειρα, αλλά ηλικιωμένος που είχε ζήσει αυτά τα όνειρα. Περπάτησε ξανά στα ίδια σοκάκια, μπήκε στη σχολή, την κοίταξε σαν να ήταν εκκλησία. Αντάμωσε φίλους, γνώριμα πρόσωπα και τον παπά που θυμόταν να ευλογεί το ξεκίνημά τους. Όλα ήταν ίδια και αλλιώτικα. 

Κάθισε στην αυλή της σχολής, εκεί που κάποτε καθόταν ένα παιδί γεμάτο λαχτάρα και δάκρυσε. Όχι από λύπη, μα από πλήρωση. Γιατί ήξερε .Στη ζωή του, δεν έχτισε μόνο σπίτια. Έχτισε αξιοπρέπεια, οικογένεια, μια διαδρομή γεμάτη νόημα. 

 Ο Τριαντάφυλλος, οικοδόμος μια ζωή, αποσύρθηκε στα γηρατειά του. Τουλάχιστον έτσι λένε. Γιατί, όπως μου είπε η κόρη του, «όλη μέρα  κάτι  φτιάχνει με τα χέρια του». Δεν ξέρει να κάθεται. Η ψυχή του ακόμα χτίζει. Δεν μπορεί να αφήσει το φτιάξει και το μυστρί.  

Και αυτή είναι η ιστορία του Τριαντάφυλλου Ζαχαριάδη,  του μάστορα που άφησε πίσω του χνάρια από πέτρα, ιδρώτα και όνειρο. 

Και έτσι τον θυμόμαστε. Έναν άνθρωπο που περπάτησε έναν δρόμο στρωμένο με πέτρες, ιδρώτα κι όνειρο. Τον δρόμο που ο ίδιος διάλεξε  και τον πήγε ως το τέλος. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή