Ο Δρόμος για το Λέλοβο: Με το Κάρο για Ξύλα ( Με την ντιπιολαλιά της Νέας Δήμητρας).
Η νύχτα έδωσε την θέση της στην μέρα . Ξημέρωσε και ο μπαμπάς μου είχε ετοιμάσς(ει) το κάρο με τ’άλογα .Από χθες το είχε βάλλ στο νου τ (ου) .Θα λα πήγαιναμε στα βουνοχώρια για ξύλα .
Αυτό το δρομολό(γ)ϊ το έκαμνε πολλές φορές , μα τώρα θα ήμασταν κ’εμείς μαζί τ(ου).Η μάνα μ(ου ), η Βασιλ(ι)κή και γώ .
Η μάνα μ (ου) γιέμ(ι)σε το ζεμπίλ(ι) με ψωμί , ελιές , λίγο λαρδί , κρεμμύδδ(ι) και γκιουζλεμέδες με ζάχαρη από πάνν(ω) .Η Βασιλκή γέμσε το κουμάρρ(ι) με νερό απ ‘ το πηγάδδ(ι) και το γκερλέστ(η)σε σε ένα χραμάκκ(ι). Πάν(ω) στα στρωσίδια της ξύλινης καρότσας του κάρου έκατσαμε. Φόραγαμε τα μαντήλια στο κεφάλλ για τον αγέρα .
Ο μπαμπάς μου έδωκε την ταγή στα χαϊβάνια και ξεκίν(η)σαμε ! Τ’ άλογα τράβηξαν τον δρόμο όξω απ’ το χωριό . Ξεμάκραινε ο δρόμος και τα σπίτια φαίνουνταν ‘πό μακριά , πιο μικρά .
Ήμουνα πολύ χαρούμενη που πήγαινα με τον μπαμπά μ(ου) και τη μαμά μ(ου) σε τόσο μακρινό μέρος . Τ’ άκουγα μα δεν το είδια ποτέ ! Πήγαιναμε στα βουνοχώρια να φορτώσς(ου)με ξύλα . Πέρασαμε τ’ Αποστολάρ και ίσια τράβηξαμε για το Κιλκίς . Χωράφια ‘πο δω κι από κει για το Κιλκίς . Κίτρινα χρώματα , καφέ χρώματα , ααα …και κάνα δυό δέντρα στις άκρες του δρόμου . Σηκώνονταν σκόνν (η)με τα πόδια απ’ τα αλόγατα και μεις σκέπαζαμε τα κεφάλια μας.
Μόλις πέρασαμε το Κιλκίς κι ανοίχ(τη)κε ο δρόμος … μαααά… εμ τι ομορφιές . Ο χωματόδρομος ήτανε με μαλακό χώμα , κοκκινόχωμα , καμπάδ(ι)κο χώμα . Δεν έβγαζε σκόνν (η), καθόλλ(ου) .
Πράσινα δέντρα παντού , ‘πο δω κι από κει χαράδρες και ρέματα .Άλλος τόπος .Μπαμπάς μου φώναζε δυνατά . _Αυτά είναι Λαμπρινή τα βουνά, τα Κρούσσια .
_Κατά δω , άλλος κόσμος , μπρέ Γιώργη .Μαααά…τι πράσινα μέρη είν’αυτά .
Καθώς πέρναγαμε , ξελάγιαζαμε τα πουλιά , που ήταν πάνω στα δέντρα .Ααα, κι ένα αλεπουδάκκ ξετρύπωσε μέσα από το δέντρο … Διέστε , Σμαρούλα και Βασιλκή ….ένα αλεπουδάκκ(ι) !
Να ήτανε κουνάβ(ι) άραγε Θαρρώ ήτανε αλεπουδάκκ, είχε πολύ φουντωτή ουρά .
Κι εμείς ανασηκώθκαμε , να δγιούμε το αλεπουδάκκ .
Ίσα -ίσα , που είδαμε την ουρά τ(ου) .
Μετά μπήκαμε σ’ ένα χωριό , Λέλοβο το έλεγαν και τ’ αλόγατα έστριψαν κατ’ απάν . Μπήκαμε στο δάσος .
Εμ τί εμορφιά . Καμάρωναμε τα δέντρα , που ήταν πολύ ψηλά κι απάν(ω)τους ντυλιγμένα άλλα , σαν τον κισσό ! Πουλιά έτρεχαν από δέντρο σε δέντρο και φώναζαν .
Ο μπαμπάς μου μας έδειξε τις βαλανιδιές , τις φλαμουριές και τους γαύρους .Αυτά τα δέντρα έδιναν τα ξύλα μας .
Ήταν κι άλλ(οι ) χωριανοί εκεί με τα κάρα …ο Μήτσος ο Ιωαννίδης , ο Βαλιός ο Αποστολίδης , ο Στεργάκος ο Σωτηριάδης .
Ήρθαν κι οι εργάτες για να βοηθής(ου)νε . Μας είπανε πως είναι Καυκάσιοι , Πόντιοι . Εμείς δεν ξαναείδαμε τέτοια ράτσα .Πώς ήρθανε σ’ αυτά τα μέρια . Ο μπαμπάς μου μας εξήγησε πως ήταν και αυτοί πρόσφυγες σαν και μας και ο τόπος τους που άφησαν ήταν πιο μακρινός από τον δικό μας .
_ Πο δω είναι η Κατίνα η Καυκάσα λέει ο μπαμπάς μου στον φίλο τ , τον Πόντιο . Ήρθε στο χωριό μας και παντρέφκε με τον Γιώργη τον Τακίδη που απόμ(ει)νε χήρος . Καλός άνθρωπος και αφτή καλή γυναίκα ,άξια .Έφερε και τα κορ(ι)ταάκια τ(η)ς μαζί τ(η)ς, αφού έμειναν ορφανά . Κάτ, καλούττσκα όμορφα και βγενικά . Μπράβο τ(η)ς.
Εμείς με τη μαμά μ(ου) μαζί προχώρ(η)σαμε πιο πέρα και μάζευαμε τσαράπιδα, τ’ απίδια .
Πιο κει τα μανιτάρια τα μεγάλα , ναααα κάτι μανιταράρες.Γέμ(ι)σαμε το τσουβάλλ(ι) ! Είδαμε και άλλα καλούδια μέσα σ’ αυτό το δάσος . Η μάναμ τα γνώριζε όλα γιατί το χωριό της στην Πατρίδα ήταν κοντά σε δάσος . Έτς(ι) μάζεψαμε βατόμουρα , κάστανα και καρύδια . Πιο κει μια μυρουδιά γνωστή .Ήταν το θυμάρ που μοσχοβόλσσε και πιο πέρα η ρίγανν(η). Και πιο κει το τσάι του βουνού . Γιόμ(ι)σαμε τις πάνινες τσάντες μας και τις φόρτωσαμε στο κάρο .
Πέρασαμε πολλές ώρες στο βουνό , μέσα στο κουρί .
Ο μπαμπάς μου θα λα έκαμνε πολλές φορές αυτό το ταξίδδ (ι).
Όταν φορτώθκε το κάρο ξεκίν(η)σαμε για το χωριό μας . Έκαναμε πολλές ώρες για να φτάσμε στην Νέα Δήμητρα. Το κάρο ήταν με τα ξύλα φορτωμένο και τ’ αλόγατα περπάταγαν αργά . ‘Αφ(η)σαμε τον πράσινο τόπο κι ήρθαμε στον γυμνό . Μετά από ώρες μπήκαμε στο χωριό ._Αχχ Βασιλκή , κατ ‘ καλούτσκα έφτασαμε στο χωριό μας . Αλλά πέρασαμε πολύ καλά .
Πόσο όμορφη αυτή η στιγμή της οικογενειακής ζωής από την οικογενειακή ιστορία.
Το κείμενο αυτό με το ταξίδι αντλεί έμπνευση από αναμνήσεις που διηγήθηκε η Νεοδημητριώτισσα Σμαρούλα Τσιφτσή – Εσκιόγλου (γενν το 1928) του Γιώργη και της Λαμπρινής στις 1/11/2023 !
Η χρήση της ντοπιολαλιάς από την Σμαρούλα κάνουν την αφήγησή της αυθεντική και γεμάτη χρώμα .
***Λέλοβο , ήταν το παλιό όνομα του χωριού Άγιος Αντώνιος στα όρη Κρούσια , σε υψόμετρο 460 μέτρα . Το ονόμασαν Άγιο Αντώνιο σε ανάμνηση του χωριού τους , στον Πόντο . Ήρθαν πρόσφυγες από εκεί το 1923 με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών σύμφωνα με την Συνθήκη της Λωζάνης. Το 1940 είχε 416 κατοίκους και το 2001 μόνο 150 .
*** Λεξιλόγιο : γερλέστσα =βρήκα την θέση μου
Ταγή =τροφή
Κουρί =δάσος
Ζεμπίλ =τσάντα
Καμπάδκο =αφράτο
Έτος 2023