Ο Διαμαντής του Ωκεανού 

Ο Διαμαντής του Ωκεανού 

Όλοι έχουμε ακούσει για τη μετανάστευση στις μακρινές χώρες, στην Αμερική, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία. Στη Νέα Δήμητρα, το χωριό των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, οι ιστορίες των ξενιτεμένων αντηχούν στα σπίτια και στις μνήμες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η ιστορία του Διαμαντή Ιωακειμίδη, ενός Οκλαλιώτη που έφυγε πριν ακόμα από τον Μεγάλο Ξεριζωμό. 

Ο Διαμαντής γεννήθηκε το 1894 στο Όκλαλι της Τσατάλτζας. Ήταν ανήσυχο πνεύμα, ένας νέος με όνειρα, που η ζωή του δεν χωρούσε στα στενά όρια του χωριού. Ο πατέρας του, Ιωακείμ και η μητέρα του, Ζωή, δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν την Ελλάδα, πέθαναν στην Πατρίδα. Όταν το 1924 οι διωγμένοι Έλληνες του Όκλαλι εγκαταστάθηκαν στη Νέα Δήμητρα, τα αδέρφια του, Αντώνης και Αλέξανδρος (ο μετέπειτα Κεχαγιάς), έφτασαν εκεί με τις οικογένειές τους. Μαζί τους και η δεύτερη σύζυγος του πατέρα τους, η Μάλαμα, με τα δυο παιδιά της, τον Στέργιο και την Πολύμνια. 

Ο Διαμαντής όμως είχε πάρει άλλο δρόμο. Δεν περίμενε τον Ξεριζωμό για να ξενιτευτεί. Είχε ήδη διαλέξει τη θάλασσα και τη φυγή. Νέος ακόμα, ναύτης σ’ ένα ελληνικό εμπορικό πλοίο, άφησε τα κύματα να τον ταξιδέψουν προς το άγνωστο. 

Το πλοίο του έδεσε στη Νέα Υόρκη, σε έναν κόσμο αλλιώτικο από τον δικό του. Πανύψηλα κτίρια έγερναν πάνω από το λιμάνι, οι δρόμοι έσφυζαν από ζωή, ξένοι άνθρωποι μιλούσαν γλώσσες που δεν καταλάβαινε. Κι όμως, μέσα στη βοή, ο Διαμαντής άκουσε τη φωνή της τύχης του. Είδε την Αμερική σαν γη της επαγγελίας. Δεν ξαναμπήκε στο πλοίο. Έμεινε εκεί, ένας ναύτης χωρίς θάλασσα, ένας μετανάστης χωρίς σπίτι. 

Στη Νέα Υόρκη, πέρασε την πρώτη μεγάλη δοκιμασία κάθε νεοφερμένου: το Ellis Island, το «Νησί των Δακρύων». Εκεί, ανάμεσα σε χιλιάδες Ιταλούς, Πολωνούς, Εβραίους, Έλληνες, Ούγγρους, Γερμανούς, πέρασε από ιατρικές εξετάσεις, απάντησε σε ερωτήσεις και στο τέλος βγήκε στην ελευθερία με ένα νέο όνομα. Οι υπάλληλοι δεν μπορούσαν να προφέρουν το «Διαμαντής Ιωακειμίδης» και του έδωσαν ένα πιο εύκολο, πιο αμερικάνικο: Jim Diamant. 

Η Νέα Υόρκη τον δεχτηκε με τον σκληρό της τρόπο. Δούλευε όπου έβρισκε ,σε αποθήκες, σε λιμάνια, σε εργοστάσια. Οι νύχτες του ήταν γεμάτες μοναξιά και γράμματα που έστελνε πίσω, στην Πατρίδα.  Του έλειπαν οι δικοί του ,το χώμα της πατρίδας του , η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού. Δεν ήταν πλούσιος, δεν έγινε ποτέ ένας από τους ευνοημένους του αμερικανικού ονείρου. Μα έκανε οικονομίες. Όχι για να μείνει, αλλά για να γυρίσει. Όσο κι αν η Αμερική τον καλούσε να μείνει, εκείνος δεν έπαψε να νοσταλγεί την πατρίδα . Η ξενιτιά είναι όνειρο και εφιάλτης μαζί . Τα βράδια του Διαμαντή στη Νέα Υόρκη ήταν γεμάτα μοναξιά . Οι φωνές των Ελλήνων στα καφενεία, τα φώτα ,οι ομορφιές της δεν μπορούσαν να καλύψουν το κενό που άφηνε η απουσία της οικογένειάς του .  

Τα χρόνια πέρασαν. Στο μυαλό του δεν έπαψε ποτέ να τριγυρνά η Ελλάδα. Όταν έμαθε ότι οι δικοί του είχαν φύγει από το Όκλαλι και είχαν ριζώσει στη Νέα Δήμητρα, η απόφαση έγινε βεβαιότητα. Το 1929, με λίγες αποταμιεύσεις, επιβιβάστηκε ξανά σε πλοίο. Αυτή τη φορά, όχι για να φύγει, αλλά για να επιστρέψει. 

Στην Ελλάδα, τον φώναζαν «Αμερικάνο». Γύρισε με άλλη σκέψη, με άλλη νοοτροπία. Δεν ήταν πάντα ο ίδιος άνθρωπος  Οι εμπειρίες τον είχαν αλλάξει , η ανοιχτή θάλασσα τον είχε σημαδέψει . Όμως στην καρδιά του, ήταν πάντα ο Διαμαντής από το Όκλαλι. Στη Θεσσαλονίκη, γνώρισε την Ελένη Ιωαννίδου την κόρη του Νικόλα και της Σοφής , μια Οκλαλιώτισσα που είχε έρθει με την Ανταλλαγή. Ήταν όμορφη, αρχοντική, με μάτια που φανέρωναν δύναμη και καρτερία. Την παντρεύτηκε. 

Από τον γάμο τους γεννήθηκαν τρεις γιοι,  ο Απόστολος, ο Ιωακείμ και ο Νίκος. Ο Απόστολος, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, ξενιτεύτηκε στην Αμερική. Κάτι τον  τραβούσε κι εκείνον  εκεί σαν να ήταν η μοίρα του να ζήσει εκεί που ο πατέρας  του κάποτε έψαχνε την τύχη του .  

Έτσι η Ελένη έζησε την ίδια πίκρα που κάποτε ένιωσε η μητέρα του Διαμαντή. Η ξενιτιά επαναλαμβανόταν σαν μοίρα. Κάποια καλοκαίρια, ο Απόστολος επέστρεφε για λίγο στη Νέα Δήμητρα. Οι χωριανοί τον υποδέχονταν με δέος. Ήταν ο ξενιτεμένος που είχε πετύχει, ο σύνδεσμος ανάμεσα στο χωριό και στη μεγάλη, μακρινή χώρα. Μα για τη μάνα του, ήταν πάντα το παιδί που έλειπε. 

Η ξενιτιά είναιι σαν ζωντανός θάνατος, έλεγε η Ελένη. Σου κλέβει στιγμές, σε χωρίζει από αγαπημένους, σε αναγκάζει να μετράς τον χρόνο με επιστολές και φωτογραφίες. 

Ο Διαμαντής, αν και γύρισε, δεν ξέχασε ποτέ τη θάλασσα και την Αμερική. Έζησε τη ζωή του με τα μάτια στραμμένα και στις δύο πατρίδες. Η Ελλάδα τον ξαναδέχτηκε, αλλά πάντα μέσα του υπήρχε ένα κομμάτι που ανήκε στην άλλη πλευρά του ωκεανού. 

Η ιστορία του είναιι η ιστορία τόσων μεταναστών. Είναι η ιστορία εκείνων που έφυγαν για να ζήσουν καλύτερα, αλλά έζησαν με την καρδιά μοιρασμένη. Ανάμεσα σε δύο πατρίδες, σε δύο κόσμους, σε δύο όνειρα. 

Ο Διαμαντής Ιωακειμίδης, ο ναύτης που έμεινε στη Νέα Υόρκη, ο «Αμερικάνος» της Νέας Δήμητρας, έζησε τη ζωή του με το βλέμμα στη θάλασσα , τη θάλασσα που τον πήρε μακριά και την ίδια που τον έφερε πίσω. 

Ο Διαμαντής δεν πρόλαβε να δει το τέλος αυτής της ιστορίας . Δεν βρήκε ποτέ την ηρεμία που γύρευε. Η ζωή δεν του χαρίστηκε . Ήταν ένα ανήσυχο πνεύμα που δεν μπόρεσε να βολευτεί στα στενά όρια μιας εποχής που δεν ήταν έτοιμη για ονειροπόλους .  Η μοίρα ,που γράφει  ανεξίτηλα τις ζωές των ανθρώπων, είχε άλλα σχέδια για εκείνον .  Έφυγε νέος ,στα 47 του ,το 1941. 

Η Ελένη όμως έζησε πολύ . Έφτασε τα 91 της χρόνια ,κουβαλώντας μέσα της την θλίψη και τη μοναξιά ,όλες τις αναχωρήσεις και τις επιστροφές , όλους τους αποχωρισμούς που της έφερε η ξενιτιά .  

Και όταν έφυγε κι εκείνη ,το σπιτικό τους έκλεισε . Ο κύκλος ολοκληρώθηκε γεμάτος αφίξεις και αναχωρήσεις . Η ξενιτιά που πήρε τον Διαμαντή ,πήρε και τον γιο του ,πήρε και τα όνειρά τους . Ο Διαμαντής Ιωακειμίδης, ο ναύτης που έμεινε στη Νέα Υόρκη, ο «Αμερικάνος» της Νέας Δήμητρας, έζησε τη ζωή του με το βλέμμα στη θάλασσα , τη θάλασσα που τον πήρε μακριά και την ίδια που τον έφερε πίσω . 

Και κάπου μακριά , σε μια γωνιά της Νέας Υόρκης , ίσως ακόμα να ψιθυρίζεται  το όνομα του , ο Jim Diamant , ο ναύτης που άφησε τη θάλασσα για ένα όνειρο που δεν του χαρίστηκε ποτέ . 

 Ελένη Τσιφτσόγλου  2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή