Ο Δάσκαλος Μπόμπορας: Η Βίτσα και η Μάθηση
Η Πλατέα της Νέας Δήμητρας ήταν έρημη εκείνο το πρωινό του . Καθισμένη στο παγκάκι , ένιωθα το βάρος της σιωπής ,αυτήν την παράξενη σιωπή ,που κουβαλά τις φωνές όσων πέρασαν από εδώ . Αναλογίστηκα πόσο κρίμα να μην είναι κάποιος εδώ να μου μιλήσει .
Ένας άντρας πέρασε βιαστικός ,ο ταχυδρόμος . Άγνωστος . Διέσχισε βιαστικός διαγώνια την Πλατέα και έφυγε . Σε λίγο, πάνω στην απελπισία μου και την ερημιά μου , να σου ο θείος Βασίλης ο Τσέτας, 94 χρόνων . Εδώ είμαστε ! Άραγε θα θυμάται να μου πει ιστορίες ;
Και πλησιάζοντας κοντά μου τον καλημέρισα και του ζήτησα να καθίσει στο παγκάκι .
Γιααα να δούμε Ελένη, αν θυμάται κάτι , είπα στον εαυτό μου . Και ω του θαύματος.
Ήταν σαν να μιλούσα με έναν ιστορικό και θυμόταν τον δάσκαλο Μπόμπορας της Νέας Δήμητρας , που τον είχε και ο ίδιος δάσκαλο .
Στα πρώτα , τα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς όταν η Νέα Δήμητρα ακόμα προσπαθούσε να στεριώσει , οι γονείς φρόντισαν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο . Το σχολείο ήταν ένα ξύλινο οίκημα στην θέση που είναι τώρα οι αποθήκες της Ένωσης Συνεταιρισμών .
Είχα ακούσει από την γιαγιά μου για τον Μπόμπορα που ήταν ο δάσκαλος σε αυτό το σχολείο και ήταν ο μόνος που διέθετε την πολυτέλεια της παιδείας . Η γιαγιά μου η Τσάκαινα μου έλεγε ιστορίες από τα «έργα και ημέρες « του γιού της Τάσου που ήταν ο μπαμπάς μου . Ο μπαμπάς μου με τον φίλο του Κώτσο Γκόγκο ήταν πολύ ζωηροί, που μέχρι και ο Μπόμπορας τους φοβήθηκε . Άσχετα αν έσπασε δέκα βίτσες πάνω τους.
‘Ήθελα να αναφερθώ σε αυτόν τον δάσκαλο που έμαθε γράμματα στα παιδιά του χωριού μας , αλλά τα στοιχεία μου ήταν ελλιπή. Ο θείος ο Βασίλης ο Τσέτας μου διηγούταν τα πάντα .Ήξερε όχι μόνο για το χωριό καταγωγής των γονιών του και για τους προγόνους του και για όλα τα άλλα χωριά της Πόλης .
Και ήρθε η κουβέντα και στον Μπόμπορα τον δάσκαλο . Πήγαινε στο σχολείο ο θείος ο Τσέτας και ήταν ο δάσκαλός του .
« Ο Μπόμπορας ήταν από το χωριό Σταρόζ, το Σταυροδρόμι Σερρών , ζούσε στο χωριό μας Νέα Δήμητρα μαζί με την γυναίκα του και είχε και παιδιά .
Ήμασταν ζωηρά παιδάκια και έφαγαμε πολύ ξύλο …ξύλοοο… μετά μουσικής « συνεχίζει ο θείος Τσέτας . «Εγώ είχα συμμαθητές τον Βλάσσιο του μυλωνά από την Κερκίνη και του γραμματέα τον γιό (μάλλον εννοούσε του Τσιφούτ) και τον Τριανταφύλλ( ήταν ο Μπόσκος). Όλη μέρα με τον φίλο μου έπαιζαμε τριόρ «. Ακούστε ποιο παιχνίδι ήταν . Ήταν η σημερινή τρίλιζα .
«Πάνω στο θρανίο έβαζαμε τρία καρύδια ή τρείς πέτρες και έκαμναμε το σχήμα του σταυρού και έπαιζαμε για να διούμε ποιος θα κερδίσς ( ει ). Όλη μέρα εμείς αυτό και ο δάσκαλος όλη μέρα ξύλο με την βίτσα. Μουτζούρωναμε το θρανίο… ξύλο ο δάσκαλος» _ Γιατί θείο δεν άκουγατε τον δάσκαλο ; _Εμ ξέρω γω …γιατί τόκαμναμε για ;» Και μου είπε πως έφτασε μέχρι την Τετάρτη τάξη γιατί μετά τους πρόλαβε ο πόλεμος του Σαράντα, αφού ο θείος Τσέτας γεννήθηκε το 1930 και χαίρει ζωής με πλήρη διαύγεια και χιούμορ που τον διακρίνει . Τους δασκάλους τους τάιζε το χωριό ,εκτός από την μικρή πληρωμή που έδιναν από τα χωράφια του σχολείου .
Όταν τους χτυπούσε στα χέρια για τις αταξίες τους μετά τους ρωτούσε: _» Τι φαγητό θα μου φέρεις το βράδυ και μην ξεχάσεις το ψωμί «.
Επίσης τον χειμώνα όλα τα παιδιά κάθε πρωί είχαν κάτω από την μασχάλη τους μια ξεραμένη κοπριά για την σόμπα του σχολείου , ως καύσιμη ύλη .
Ο Μπόμπορας φώναζε : Γουρούνια τρώτε τραχανά , δεν μαθαίνετε γράμματα . Γυναίκα φέρε τραχανά. Μόνο τραχανά θα τρώτε . Δε θα προκόψτε .
Ο θείος Τσέτας θυμήθηκε επίσης και μου περιέγραψε τον μαυροπίνακα που είχαν στην τάξη και την πλάκα και το κοντύλι. Η πλάκα ήταν μαύρη όπως ο μαυροπίνακας με ξύλινο πλαίσιο. Εκεί επάνω έγραφαν μόνο με το κοντύλι που ήταν από σχιστόλιθο, σαν κιμωλία . Έσβηναν με το σφουγγάρι που ήταν πιασμένο με ένα σχοινάκι για να μην χάνεται .
Μην καμαρώνετε ότι έχετε τάμπλετ…είχαν και τότε .
Σε αυτό το σχολείο έμαθαν γράμματα πολλά παιδάκια που είχαν πολύ πρόσφατες τις μνήμες της προσφυγιάς. Η αφήγηση του θείου Τσέτα συνεχίστηκε με μάτια που λάμπουν από μνήμες και μου ανέφερε ότι σε αυτό το σχολείο είχαν και τον δάσκαλο Λαζαρίδη από την Θεσσαλονίκη που αυτήν την περίοδο ο εγγονός του ήταν Δήμαρχος Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης(έτος 2023).
Τα χρόνια εκείνα υπήρχε η αντίληψη ότι με το ξύλο μαθαίνεις γράμματα και γίνεσαι άνθρωπος .Οι μπαμπάδες μας έφαγαν πολύ ξύλο και δεν έμαθαν γράμματα .Έμαθαν ίσα-ίσα να γράφουν το όνομά τους και λίγη αριθμητική .Κι αν έμαθαν να γράφουν μόνο το όνομά τους έμαθαν πως να κοιτάζουν με σεβασμό τους ανθρώπους και να στηρίζουν ο ένας τον άλλον . Πρωταρχικό μέλημά τους ήταν η επιβίωση και μετά η μόρφωση .
Σε εκείνες τις άλλες εποχές ,τις άλλες ανάγκες εκείνοι χωρίς γράμματα πρόκοψαν και στήριξαν οικογένειες χωρίς να γνωρίζουν το Πυθαγόρειο θεώρημα ούτε τους νόμους της Φυσικής.
Γνώριζαν όμως την καλή συμπεριφορά , τους καλούς τρόπους και είχαν εσωτερική σοφία και κρίση . Είχαν μόνον δάσκαλο την φύση και τους γύρω τους .Κι εμείς πήραμε τα περισσότερα από αυτούς και τα υπόλοιπα από τους δασκάλους
Γιατί οι δάσκαλοι κάπου στηρίχτηκαν για να μας καθοδηγήσουν και να μας καλλιεργήσουν .
Ο Μπόμπορας έφυγε , όπως έφυγαν όλοι εκείνοι , που μας δίδαξαν την αξία του μόχθου και της πίστης στην προσπάθεια.
Έμεινε ,όμως, στην μνήμη όλων και μέσα από τις διηγήσεις των γεροντότερων παραμένει ζωντανός , σύμβολο μιας εποχής που μπορεί να χάθηκε αλλά άφησε σημάδια σε όλους μας .
Ο μικρός μαθητής Τσέτας ήταν από τα παιδιά που , με τα μάτια γεμάτα περιέργεια περνούσε τις μέρες του στο μικρό ξύλινο σχολείο της Νέας Δήμητρας.
Ο Τσέτας είχε να καμαρώνει για το πείσμα του να μένει πιστός στην αταξία του ,ακόμα κι αν κάθε τόσο έτρωγε ξύλο . Και μεγαλώνοντας ο Τσέτας δεν ξέχασε ποτέ τα μαθήματα εκείνης της εποχής .
Ο μεγάλος πια Τσέτας , ο ίδιος ο άτακτος μαθητής καθισμένος στην Πλατέα της Νέας Δήμητρας με το μπαστούνι στο χέρι διηγούνταν με νοσταλγία ιστορίες που ξεπερνούσαν τις εποχές .
Ελένη Τσιφτσόγλου
Έτος 2023