Ο Γκαϊντατζής στο Άκαλαν της Θράκης . 

Ο Γκαϊντατζής στο Άκαλαν της Θράκης . 

Τα  παιδικά μου ακούσματα ήταν ποικίλα . 

Στο πατρικό μου σπίτι άκουγα  την μουσική που παιζόταν στο Όκλαλι τής Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης με το κλαρίνο , το βιολί και το νταούλι . Τραγούδια και χοροί της Κωνσταντινούπολης , της Πόλης που παίζονταν από τον μπαμπά μου και τραγουδιόταν από την γιαγιά μου την Τσάκαινα και τις κόρες της .  

Όταν όμως βρισκόμουν στην άλλη άκρη του χωριού μας ,Νέα Δήμητρα ,στο σπίτι της άλλης γιαγιάς μου ,της Δαφνιώς και του παππού μου Θανάση ,τότε άλλαζε το ρεπερτόριο . Τα τραγούδια ήταν πιο πρόσχαρα με έντονη μελωδικότητα . Ήταν τα θρακιώτικα τραγούδια που τραγουδούσαν λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα από το Όκλαλι της Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης . 

 Αυτός ο τόπος ήταν το χωριό  Άκαλαν της Τσατάλτζας που ήρθε ο παππούς Θανάσης και εδώ στην Ελλάδα , στην Πτολεμαΐδα  γνώρισε την Δαφνιώ Μπαχαρίδου . Η Δαφνιώ  ήρθε με τους δικούς της από το χωριό Κερμέν(ι)  της Τυρολόης της Ανατολικής Θράκης κοντινό χωριό στο Άκαλαν . 

Από πολύ μικρή έμαθα για την προέλευση τού ονόματος του παππού Θανάση . 

 Γκαϊντατζής ή Γκάιντατζης . Το επάγγελμα τού  μπαμπά του Βασίλη Βασιλικού, έδωσε το επίθετο .  Το επίθετο ήταν Βασιλικός και ο Βασίλης ήταν και πεχλιβάνης . Έπαιρνε μερος σε αγώνες πάλης . Οι Τούρκοι τιμούσαν πολύ τον νικητή και του επέτρεψαν να αλλάξει το επίθετό του σε αυτό που ήθελε .  

 Γκαϊντατζής για  να δηλώνει και την ιδιότητα του μουσικού που είχε . Γκαϊντατζής για να δείχνει τον δεξιοτέχνη του παιξίματος τής γκάιντας . Έτσι  ο γκάιτατζης  Βασίλης ήταν πάντα  μέσα στον κύκλο των χορευτών με το μοναδικό και κυρίαρχο όργανό του .  Την γκάιντα . 

 Ένα όργανο απλό , φτιαγμένο πολλές φορές  από τον ίδιο τον γκάιτατζη από ασκό και ξύλινο μέρος . Ο ασκός είχε τον αέρα και ήταν ένας αεροστεγής σάκκος από δέρμα προβάτου ή κατσίκας . Οι τεχνίτες επεξεργάζονταν το δέρμα με αλάτι και αφαιρούσαν την γούνα . Ήταν όλο το δέρμα του ζώου και οι τρύπες του ήταν οι φυσιολογικές τρύπες από τα πόδια του . Από το επιστόμιο ο γκάιτατζης φυσούσε  και γέμιζε  αέρα ο ασκός . Το επιστόμιο ήταν ξύλινο από ακρανιά  ή αμυγδαλιά .  

Αυτό το παραδοσιακό πνευστό όργανο  μπορούσε να το φυσάει για ώρες ο μουσικός  και να παίζει σκοπούς χορευτικούς .  

Μου άρεσε να ακούω τον παππού μου Θανάση για τα πανηγύρια στο Άκαλαν της Πατρίδας . Κάθε φορά και κάτι καινούργιο θυμόταν να μου διηγηθεί . 

Τότε  γινόταν τα πανηγύρια στην πλατεία τού χωριού  και όλος ο κόσμος ήταν ξεχυμένος  εκεί .   Τα πανηγύρια , οι ομαδικοί εορτασμοί  ή άλλη θρησκευτική επέτειος ήταν μέρα ιερή που  τούς ένωνε όλους . 

 Το χωριό Άκαλαν της Επαρχίας Μετρών (Τσατάλτζας)   της Ανατολικής Θράκης είχε την εκκλησία του αφιερωμένη  στην Κοίμηση της Θεοτόκου.  

Και αυτό δεν ήταν ένα πένθιμο γεγονός γιατί η Παναγία « μετέστη προς  την ζωήν « δηλαδή έγινε η μετάστασή της στον ουρανό με την ένωση ψυχής και σώματος και αυτό το γιόρταζαν με καθολικό γλέντι .  Ήταν η μερα του Δεκαπενταύγουστου ,  η μέρα της Παναγίας . Μετά τον εορτασμό στην εκκλησία άρχιζε το γλέντι στην πλακόστρωτη πλατεία του χωριού . 

Μόλις ο παππούς Βασίλης ο Γκάιντατζης έβαζε τον ασκό της γκάιντας κάτω από την αριστερή του μασχάλη και έφερνε το επιστόμιο  στα χείλη του τότε όλοι έτρεχαν να ξεκινήσουν τον χορό .  

Έπαιζε μόνος του ή με την συνοδεία νταουλιού  και μπορούσε να φυσάει για  πολλές ώρες. Ο κύκλος των χορευτών περίσσευε και γινόταν δύο και τρεις .  Η μουσική πέρναγε ως ρυθμός στο κορμί τους  και πρώτοι χόρευαν οι νέοι και ακολουθούσαν οι νιές . 

Τα»βάσανα της ζήσης τους δεν ήταν πολλά .Η φτώχεια και η ανέχεια  ήταν για όλους ίδια και την προσπερνούσαν . Ο χορός και το τραγούδι τούς εμψύχωνε και τους ένωνε . 

 Κάποιες φορές συνόδευε  τραγουδιστής με ταλέντο . 

«Αυτά τα μαύρα που φορείς  

Αυτά τα μαύρα που φορείς ,Ελένη μου . 

Εγώ θα σου τα βγάλω  

Και θα σε βάλω τα χρυσά , Ελένη μου  

Κι ύστερα θα σε πάρω ! « 

Ο μπροστάρης ήταν ένα όμορφο,  γεροδεμένο  γοητευτικό παλικάρι ,Αγαλανιώτης και έκαμνε πολλές φιγούρες . Οι νέες που ακολουθούσαν τον χορό , οι Αγαλανιώτισσες με λοξές ,αφανέρωτες ματιές τον καμάρωναν . 

 Οι νέοι  δεν   πατούσαν στην γη και οι νιές είχαν ένα αγέρωχο ύφος . Τα γλέντια πάντα ξεπερνούσαν την προσδοκία των παρευρισκομένων και ο γκαϊντατζής έδινε φτερά στους χορευτές και μιλούσε στις καρδιές όλων.  

Τα μικρά παιδάκια ,όπως  έλεγε  ο παππούς μου, που ήταν σε αυτήν την μικρή ηλικία τότε,  έμπαιναν στον χορό και μιμούνταν τα βήματα αλλά και το ύφος τού χορού από τους μεγάλους . Έτσι έμαθαν και αυτά όσο μεγάλωναν τους χορούς και στο αίμα τους ήταν οι ήχοι από την γκάιντα . 

Με την βοήθεια αυτών των ήχων της γκάιντας ερωτεύονταν , αρραβωνιάζονταν , παντρεύονταν και  έκαναν γλέντια όταν βάφτιζαν τα παιδιά τους .  

Ο προικισμένος Γκαϊτατζής Βασίλης έπαιζε με δεξιοτεχνία και μεράκι . 

« Σ’ αυτό τ’ αλών’ Ελένη μου 

 Σ’ αυτό τ’ αλώνι το φαρδύ  

 Σ’ αυτό τ’ αλώνι το φαρδύ  

Τρανός χορός που γίνεται ! «  

Και μετά ! 

« Λυγερή Θρακιώτισσα  

Μ’έκανες κι αρρώστησα  

Μ’ έκανες κι αρρώστησα  

Λυγερή Θρακιώτισσα ! « 

  Δυστυχώς ο Βασίλης  ο Γκάιτατζης δεν ήρθε στην  Ελλάδα ούτε η γυναίκα του η Αννίτσα . Πέθαναν  νέοι στην Πατρίδα και τα έξι παιδιά τους ήταν κοντά στην  παντρειά . Ήρθαν  με τον Ξεριζωμό στην Ελλάδα και έφτιαξαν  τις οικογένειές τους .  Κανένας δεν έφερε μαζί του την γκάιντα τού μπαμπά τους . 

Έφεραν όμως τις ιστορίες τους από τα γλέντια της Πατρίδας και χτυπούσε η καρδιά τους γιορτινά και χαρμόσυνα κάθε φορά που  τις διηγούνταν .  

Έτσι και σε μας, τα εγγόνια τους και τα δισέγγονά τους,  χτυπάει η καρδιά μας ακούγοντας τους σκοπούς των θρακιώτικων τραγουδιών και χορών .  Και μέσα από τις διηγήσεις του παππού Θανάση είναι σαν  να  ζούσαμε εκεί μαζί τους και να είμαστε μέσα στον κύκλο των χορευτών με  πρωταγωνιστή τον Γκάιντατζη Βασίλη, τον γκάιντατζη !  

Ελένη Τσιφτσόγλου  

‘Έτος 2024  

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή