Ο αργαλειός και οι υφάντρες τής Νέας Δήμητρας . 

 Ο αργαλειός και οι υφάντρες τής Νέας Δήμητρας . 

«’Αχ ,αυτό το αργαλειό σου 

 Με τρελαίνει πω, πω, πω  

Σαν περνώ από το στενό σου  

Τού διαβόλου θηλυκό  !  

Κι όλη μέρα τακ ,τακ τακ , τουκ , τουκ , τουκ 

Το πέταλό σου κάνει  

Και το πανί σου κι η απαντή σου 

 Σε πειρασμό με βάνει ! « 

Οι Νεοδημητριώτες μόλις έφτασαν στην καινούρια γη  της Μακεδονίας την  «καταπιάστηκαν « , την δούλεψαν με μεράκι. 

 ‘Εκαναν να  πρασινίσει  ο κάμπος της και να καρπίσει . 

Μόλις μπήκαν στο  σπίτι το  καινούργιο, χτίστηκαν φούρνοι για να ψήσουν το ψωμάκι τους  και να χορτάσουν την πείνα τους . 

 Στήθηκαν αργαλειοί , όπου υφαίνονταν κουρελούδες ,σεντόνια , κλινοσκεπάσματα και ρούχα, όπως φανέλες και εσώρουχα .  

‘Έτσι ο αργαλειός ήταν μια πολύτιμη παράδοση  που αγκάλιαζε τις γυναίκες του χωριού μας και έδινε ζωή στα σπίτια τους . 

 Η υφαντική δεν ήταν μόνο ένα καθημερινό καθήκον αλλά μια δημιουργική απασχόληση γεμάτη μεράκι . 

 Οι  Νεοδημητριώτισσες άλλες  κεντούσαν ,άλλες έπλεκαν , άλλες έραβαν . 

Με την υπομονή και την καρτερία τού μυρμηγκιού και την εργατικότητά  τής μέλισσας ξανάστησαν το σπιτικό τους  !  

Σε ένα αποθηκάκι  τού σπιτιού  ή σε ένα δωμάτιο  ευάερο και ευήλιο έστηναν τον αργαλειό που ήταν το πιο πολύτιμο εργαλείο για την κάθε  νοικοκυρά. Δεν έλειπε από κανένα σπίτι και ήταν μόνιμα στημένος . 

Κάθε αγροτική οικογένεια είχε ένα ατομικό υφαντουργικό εργαστήρι, που κάλυπτε όλες τις ανάγκες  σε είδη ρουχισμού και κλινοσκεπασμάτων  . 

Ήταν  μια χειροκίνητη μηχανή ύφανσης, μια απλή κατασκευή από ξύλο. 

Πάνω σε κυλινδρικό εξάρτημα τύλιγαν την κόκκινη κλωστή , που χρησιμοποιούσαν  ώς  βάση για την ύφανση,  «το στημόνι «. 

Όλες  οι κλωστές απλώνονταν από τον κύλινδρο προς έναν άλλον κύλινδρο ,που βρισκόταν στο αντίθετο μέρος. 

 Όλα τα ζεύγη τού στημονιού περνούσαν μέσα από δύο  «χτένια «. 

Πατώντας έναν μοχλό, τα χτένια μετακινούνταν και έδιναν την δυνατότητα να περάσουν οι κλωστές, που θα υφανθούν. 

Κάθε φορά  που περνούσαν την μάλλινη κλωστή  με το σκληρό χτένι , χτυπούσαν με δύναμη . 

Αυτό το χτύπημα ήταν το χαρακτηριστικό χτύπημα τού αργαλειού , που έχει εμπνεύσει  λαϊκούς δημιουργούς !  

Το ρυθμικό χτύπημα “τακ, τακ-τακ,τακ «, έμοιαζε με μουσική και το τραγούδησαν με εξαίσιο τρόπο !  

Χρειάζονταν πολλές ώρες δουλειάς για να γίνει ένα υφαντό ή  μια κουβέρτα. 

«Το κέντημα είναι γλέντημα  

Και η ρόκα είναι σεργιάνι  

Μα ο αργαλειός είναι σκλαβιά, σκλαβιά πολύ μεγάλη! « 

Ο αργαλειός είχε πολλά εξαρτήματα, 

Τα αντιά , την  ποταμίστρα , τα χτένια, τα μιτάρια , τα μασούρια ,  το ξυλότεχνο , την σαΐτα   και τα ποδαρικά. 

Χρησιμοποιούσαν μαλλί ή βαμβάκι για την ύφανση. 

Το μαλλί το έπαιρναν μετά από χρονοβόρα διαδικασία από τους κεχαγιάδες του χωριού  δηλαδή αυτούς που είχαν πρόβατα . 

Αφού το καθάριζαν και το έπλεναν το  « έξυναν « και το « έγνεθαν «. 

Παλιά το μαλλί το έβαφαν με φυσικές βαφές όπως λουλάκι για το γαλάζιο, φλούδες καρυδιάς για το μαύρο, φλούδα πεύκου για το ανοικτό καφέ.  

 Αργότερα βγήκαν οι βαφές τού εμπορίου . 

Οι γιαγιάδες μας έπαιρναν την ρόκα τους και γύριζαν στην γειτονιά,  οπότε έκαμναν και την δουλειά τους και μάθαιναν και  τα νέα τού χωριού !  

Τα εργαλεία της επεξεργασίας τού μαλλιού ήταν η λανάρα, η  ρόκα , το αδράχτι ,το σφοντύλι και το στημόνι , που για να γίνει χρειάζονταν την ανέμη , το ανεμίδι, τα καλαμίδια και τις τυλίχτρες . 

Η τελευταία προετοιμασία πριν αρχίσει η ύφανση  ήταν η διάταξη τού στημονιού για το πέρασμά του στον αργαλειό , το λεγόμενο διάσιμο . 

Επιτήδειες και ικανές « διάστρες» στο χωριό  ήταν η γιαγιά  Αθανασία  τής Δόξας Σωτηριάδου   η μαμά ,  

Η γιαγιά μου η Κερανιώ η   Τσιφτσόγλου Τσάκαινα , η Ραλλού η Παναγιωτίδου τής Σταθούλας  η μαμά,  η Αρετώ η Καλλιόγλου , η Αναστασία η Φωτιάδου η μαμά του Τσαλή. 

Στις μεγάλες  ίσιες αυλές τους  με καλό καιρό  τοποθετούσαν  τα  ‘παλούκια ‘ και άπλωναν τις κλωστές .  

Αν όλες ήξεραν να υφαίνουν λίγες ήξεραν  να κάνουν  το διάσημο . 

Ήταν πολύ κοπιαστική δουλειά και βοηθούσαν πολλές γυναίκες  μαζί . 

Δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε  αυτήν την τέχνη, περιγράφοντάς την !  

Η τέχνη δεν  περνάει  από στόμα σε στόμα , αλλά από χέρι σε χέρι !  

‘Ύφαιναν κουρελούδες , χαλάκια , χραμάκια , σεντόνια  κουβέρτες και ζωνάρια , φανέλες , μέχρι και τις τσαντήλες για την αποστράγγιση του  τυριού. 

Θυμάμαι ακόμη  που οι μαμάδες  μάς φορούσαν τα μάλλινα φανελάκια . 

Τα  σχέδια για τα μάλλινα χαλιά  ήταν  ο σταυρός , η μαργαρίτα, το ριγωτό  και το ψηφιδωτό. Τα  περισσότερα  ήταν γεωμετρικά σχέδια . 

Τα χρώματα ήταν κόκκινο, κεραμιδί , μουσταρδί  και κίτρινο.  

Τα σχέδια και τα ζωντανά χρώματα  των υφαντών ήταν το αποτέλεσμα μιάς παράδοσης που περνούσε από την μία γενιά στην  επόμενη. 

Επειδή οι Νεοδημητριώτισσες  είχαν το χάρισμα  τής οικιακής οικονομίας , τίποτε δεν πήγαινε χαμένο !  

Οι κουρελούδες γίνονταν από παλιά υφάσματα , που θυμόμαστε τις γιαγιάδες να κόβουν λουρίδες (λωρίδες ). 

Στο ίδιο δωμάτιο που είχαν  αργαλειό, οι γιαγιάδες κεντούσαν ή έπλεκαν παρέα  με τις γειτόνισσες  ή το αντίθετο. 

Σε αυτό το δωμάτιο τού αργαλειού τραγούδησαν οι νέες για τον έρωτά  τους , μοιρολόγησαν οι  μεγαλύτερες  για τα βάσανα τους και έμαθαν τραγούδια και στις νεότερες .  

Εδώ μέσα αντάλλασαν τις καθημερινές τους κουβέντες και γινόταν  πιο ζεστή η επικοινωνία τους   και οι δεσμοί τους . 

Κι εδώ σίγουρα ξεκινούσαν τα προξενιά από την προξενήτρα , που έβλεπε την’ νιά ‘ να είναι ‘καματερή ‘ , εργατική. 

Όπου υπήρχε αργαλειός υπήρχε και ζωή. 

Οι άνδρες πήγαιναν στα καφενεία   για να περάσουν ευχάριστα και οι γυναίκες συναντιόταν στον αργαλειό.  

Αργαλειό είχαν πολλές στο χωριό  μας Νέα Δήμητρα.  

Άξιες υφάντρες ήταν  η Βασιλική Γκόγκου, ( Λιάλιενα), η Κερανιώ Τσιφτσόγλου  ( Τσάκαινα) , η Αλεξάντρα τού Παρπαρά Σωκράτη η γιαγιά , 

Η Τριανταφυλλιά τού Καραμανλή η πεθερά , 

 Η Ναζλή η Τσομπανάκη , η Θεοδοσία η Γιαγλή,   

Η Πολυξένη του Μήττα ,  

Η Μελαχροινή τού Μήττα τού Θόδωρου ,  

Η Λαμπρινή η Τσιφτσή , η Σεβαστή η Σταματιάδου , 

 Η Ερατώ η Καλλιόγλου , η Αγαθή η Παπαδοπούλου , η Κερανιώ η  Ιωακειμίδου , η Ερασμία η Νικολαίδου ,  

Η Ευμορφία η Τσιφτσή, 

 Η Ολυμπία η Δημητριάδου , η Κωνσταντινιά  η Καλφοπούλου, η Ραλλού η Παναγιωτίδου , 

Η Μάρθα τού Αλεξιάδη,  που δούλευε ακούραστα μαζί της  και η νύφη της Ειρήνη.  

 Οι κοπέλες όλες ύφαιναν στον ελεύθερο χρόνο τους …ποιον ελεύθερο  χρόνο;  

Από  το χωράφι , το θέρισμα και το αλώνισμα ….όλος ο χρόνος τους ήταν παραγωγικός .Ο αργαλειός και η υφαντική αποτελούσαν το επίκεντρο του γυναικείου κόσμου , έναν κόσμο που οι γυναίκες απεδειχναν την αξία τους και στήριζαν η μία την άλλη . 

Και όταν παντρεύονταν, χαίρονταν και καμάρωναν  τα υφαντά τους  και έδιναν  μια ζεστή ατμόσφαιρα  στο σπιτικό τους .  

Πάντα έδιναν στα υφαντά τους  την θέση που τούς άξιζε . 

Εμείς βέβαια  χωρίς ντροπή  τα έχουμε ‘καταχωνιάσει ‘  στις αποθήκες  ή τα έχουμε επιστρέψει στο πατρικό μας η στις πεθερές μας !  Το έχω κάνει κι εγώ  !  

Πόσο μετανιώνω γι’αυτό !  Πόση κούραση , πόση  αγωνία και με πόση χαρά μάς τα έδωσαν !  

Εμείς τα περιφρονήσαμε  και τα απαξιώσαμε !  Αποθηκευμένα ή περιφρονημένα  φέρουν μέσα τους την ιστορία και την κουλτούρα του τόπου μας . 

Τώρα περνώντας τα χρόνια  νοιώθω περισσότερο την  προσφορά αυτήν και την αξία όλων αυτών  !  

Πρέπει  κι εμείς να δώσουμε την  θέση που τούς αξίζει !  

Χαίρομαι στις επισκέψεις μου  στο αγαπημένο μου χωριό και επισκεπτόμενη χωριανές μας , να βλέπω  στρωμένα αυτά τα ωραία δημιουργήματα  !  

‘Ας μην τα υποτιμάμε .  

Αποτελούν έργα τέχνης , γεμάτα συναισθήματα και κούραση που αξίζει να ξαναβρούν την θέση τους στα σπίτια μας . Μπορεί να γίνουν αναπόσπαστο μέρος μιάς σύγχρονης διακόσμησης !   

‘Ας δώσουμε τον ανάλογο σεβασμό σε αυτά που κάποιες γυναίκες αγωνίστηκαν και ίδρωσαν να  φτιάξουν . 

« Κόκκινη κλωστή δεμένη  

Στην ανέμη τυλιγμένη . 

Δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει  

Παραμύθι ν’ αρχινήσει .» 

Ελένη Τσιφτσόγλου 

 2022 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή