Ο Αλμπάνης της Νέας Δήμητρας
Τα χρόνια τα παλιά, τότε που οι δρόμοι δεν αντηχούσαν από τις μηχανές των αυτοκινήτων αλλά από το ρυθμικό χτύπημα των πετάλων στη γη, στην καρδιά της Νέας Δήμητρας, υπήρχε ένας άνθρωπος που κρατούσε στα χέρια του τη μοίρα των υποζυγίων και μαζί την καθημερινότητα ολόκληρου του χωριού. Ήταν ο Χρήστος ο Αλμπάνης, ο πεταλωτής. Η λέξη αλμπάνης είναι τουρκικό δάνειο αλλά στο τουρκικό λεξικό δεν θα την βρούμε ως alban αλλά ως nalbant που ανάγεται στην περσική λέξη nalband όπου nal είναι το πέταλο . Ο ναλμπάντης πώς έγινε αλμπάνης ; Από την συμπροφορά του αλμπάνη . Έλεγαν «τον ναλμπάντη « και έγινε τοναλμπάνη . Έτσι έχουμε επίθετο Αλμπάνης και Ναλμπάντης και επιβιώνει και το επίθετο Αλμπάντης .
Γεννημένος το 1905 στο Άκαλαν της Ανατολικής Θράκης, η ζωή του σφυρηλατήθηκε στη φωτιά, όπως ακριβώς και τα πέταλα που έφτιαχνε.Είχε γονείς τον Αλέξανδρο και την Καλλιόπη που χάθηκαν στην Πατρίδα .Ορφανός από μικρός, βρήκε καταφύγιο στην αυλή του μπάρμπα-Δημητρού Ιωάννου, στο Ερμενίκιοϊ της Τσατάλτζας, όπου έμαθε την τέχνη του πεταλωτή. Εκεί, μέσα στη μυρωδιά του πυρακτωμένου σιδήρου και το σφύριγμα της φλόγας, ο Χρήστος δεν έμαθε μόνο να καλιγώνει τα ζώα, αλλά και να αγαπά. Γιατί εκεί συνάντησε τη Ζαχαρένια, την όμορφη κόρη του Δημητρού και η καρδιά του χτύπησε δυνατά, όπως χτυπούσε και το σφυρί πάνω στο αμόνι.
Όμως, δεν πρόλαβαν να ριζώσουν. Η Ιστορία είχε άλλα σχέδια. Πρώτα πήγαν στο χωριό Αμάραντα του Κιλκίς όπου ήταν τα αδέλφια του Χρήστου .
Από εκεί ήρθαν στην Νέα Δήμητρα όπου ήταν η μαμά της Ζαχαρένιας η Παναγιώτα , το γένος Ειρήνογλου και τα αδέλφια της η Ευφροσύνη η Στράντζαλη , η Σουλτανιώ η Πλαταρά και η Κυριακίτσα Τολίδου στην Γέφυρα. Εκεί, ανάμεσα σε ανθρώπους που πάλευαν να σταθούν στα πόδια τους σε έναν νέο τόπο, ο Χρήστος ξανάπιασε το σφυρί του.
Το πετάλωμα δεν ήταν απλή δουλειά. Ήταν τέχνη, απαιτούσε υπομονή, δύναμη και γνώση. Ήξερε καλά ο Χρήστος πως ένα λάθος καρφί μπορούσε να πληγώσει το ζώο, πως το κάθε πέταλο έπρεπε να είναι κομμένο και ραμμένο στις ανάγκες του. Έφτιαχνε μόνος του τα πέταλα, έπιανε το ακατέργαστο σίδερο, το έψηνε στη φωτιά, το δούλευε με τέχνη και το μεταμόρφωνε σε προστασία για τις οπλές των αλόγων, των βοδιών, των γαϊδουριών. Πετάλωναν τα άλογα , τα βόδια και τα γαϊδούρια . Όσα ζώα εργάζονταν σε γεωργικές εργασίες έπρεπε να πεταλωθούν.
Χωρίς πετάλωμα δεν μπορούσαν να περπατήσουν σε χώμα , σε λιθόστρωτο και γλυστρούσαν χάνοντας την ισορροπία τους .
Αυτά τα ζώα που ήταν η κύρια δύναμη των εργασιών τους έπρεπε να πεταλώνονται κάθε δυο -τρεις μήνες .
Τα πέταλα ήταν σαν σιδερένια παπούτσια που τα τοποθετούσαν και στις τέσσερεις οπλές των αλόγων για να μην φθαρούν και για να διατηρούν την ευστάθειά τους .
Τα πέταλα τα έφτιαχναν μόνοι τους να ταιριάζουν σε κάθε ζώο και ήταν τέχνη η κατασκευή τους αφού έπαιρναν το ακατέργαστο σίδερο και το έφτιαχναν εργαλείο , πέταλο γι’ αυτό οι αλμπάνηδες ήταν και σιδεράδες.
Μέρα τη μέρα, το εργαστήριό του γέμιζε με ανθρώπους και ζώα. Πενήντα, καμιά φορά και περισσότερα ζώα την εβδομάδα περνούσαν από τα χέρια του. Άντρες από τα γύρω χωριά έφερναν τα άλογά τους, κάθονταν στο πεζούλι και παρακολουθούσαν τη δεξιοτεχνία του, ενώ το χωριό γέμιζε με το γνώριμο ήχο του σφυριού του.
Μα τα χρόνια πέρασαν. Τα κάρα λιγόστεψαν, οι σούστες έμειναν ξεχασμένες στις αυλές και τα αυτοκίνητα πήραν τη θέση των αλόγων. Κι έτσι, όπως ήρθε, έτσι και χάθηκε η δόξα του αλμπάνη. Ο Χρήστος έζησε ως τα βαθιά γεράματα, μέχρι το 1988, κι όταν έφυγε, πήρε μαζί του μια ολόκληρη εποχή.Ο Αλμπάνης Χρήστος πέθανε το 1988 σε ηλικία 83 χρόνων στην Νέα Δήμητρα και μαζί του πέθανε και μια ολόκληρη εποχή των αλμπάνηδων , των πεταλωτήδων στην Νέα Δήμητρα.
Η ιστορία του Χρήστου και των αλμπανηδων της Νέας Δήμητρας αποτυπώνει την αξία και την παραδοσιακή τέχνη ενός επαγγέλματος που χάθηκε με την τεχνολογική πρόοδο .
Σε μια εποχή ,πριν τα αυτοκίνητα , το επάγγελμα του αλμπάνη είχε τις δόξες του αλλά όταν πλήθαιναν τα αυτοκίνητα λιγόστευαν τα ζώα, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ζωή μας .
Έτσι έμεινε το επάγγελμα αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς της Νέας Δήμητρας.
Μα οι άνθρωποι της Νέας Δήμητρας ακόμα θυμούνται. Τον βλέπουν ακόμα με τα μάτια της ψυχής, να σκύβει πάνω από το ζώο, να καρφώνει με σταθερό χέρι, να φυσά τη φωτιά στο καμίνι. Γιατί κάποια επαγγέλματα, όσο κι αν χαθούν, μένουν κομμάτι της μνήμης μας, όπως τα πέταλα που άφησαν σημάδια στο χώμα της πατρίδας.