Ο ήρωας Κιτίκος

Ο ήρωας Κιτίκος 

20 Ιουλίου 1974  

 Ώρα 06.05 ξημέρωμα Σαββάτου . 

Οι ορδές του Αττίλα εισέβαλαν στην Κύπρο. 

Ώρα 09.30 το πρωί  τα ραδιόφωνα  στην Ελλάδα μεταδίδουν επίσημο μήνυμα για την επιστράτευση . 

«Το Υπουργικό  Συμβούλιο συνελθόν  εν όψει της δημιουργηθείσης καταστάσεως διέταξε γενική επιστράτευσιν .» 

Με το άκουσμα της είδησης αυτής επικράτησε αναστάτωση σε όλη την  Ελλάδα ! Οι στιγμές ήταν γεμάτες αγωνία και φόβο. 

Ήμασταν στην αυλή τής θείας Φωτεινής του Βασιλόπουλου και βοηθούσαμε  στο καθάρισμα της μπάμιας. 

Ακούσαμε στο ραδιόφωνο αυτήν την είδηση και συγχρόνως χτυπούσαν οι καμπάνες της εκκλησίας μας .  

Η γιαγιά Θεανώ άρχισε να φωνάζει και να  σταυροκοπιέται .  

Εμείς τα κορίτσια, η εγγονή της Θεανώ, η αδελφή μου η Νούλα, οι εγγονοί της Νίκος και Γιώργος  γελούσαμε και δεν καταλαβαίναμε τί σημαίνει αυτό. Η γιαγιά έτρεχε πάνω κάτω και μάς είπε να σταματήσουμε την δουλειά μας . 

Μάς είπε ότι αυτό που συμβαίνει είναι πολύ σοβαρό ,ότι θα γίνει πόλεμος και  κινδυνεύει η  πατρίδα μας  , όπως και η αγαπημένη μας Κύπρος !  

Οι μπαμπάδες μας και οι νέοι πρέπει να πάνε στον πόλεμο. 

Τότε αρχίσαμε κι εμείς να πιστεύουμε την γιαγιά Θεανώ και να νιώθουμε την σοβαρότητα της κατάστασης.  

Μάς είπε επίσης ότι ο άνδρας της ήταν δέκα χρόνια στον τουρκικό στρατό και τον είχε χαμένο και ξέρει από αυτήν την κατάρα .  Ήταν ο Νικολής Βασιλόπουλος που χάθηκε στα Αμελέ Ταμπουρού και είχε την μοναδική τύχη να ξαναγυρίσει πίσω! 

Οι γυναίκες της γειτονιάς βγήκαν στους δρόμους από τις φωνές της και κάποιες άκουσαν το  μαύρο μαντάτο στο ράδιο.  

Η μαμά μου, η  θεία Βασίλω, η θεία Φωτεινή, η θεία Ευλαμπία, η θεία Βαγγελιώ ,η θεία Ελένη, η θεία Μαγδάλω , η θεία Ρίτσα, η θεία Ελπινιώ, η θεία Βασιλική, η θεία Μπουχουρή και η γιαγιά  Καλλιόπη μαζεύτηκαν μπροστά στης γιαγιάς Δοξής και σταυροκοπιόταν!  

Από εκεί φαινόταν η Πλατέα  μας και περίμεναν τους άνδρες τους. 

 Όσο ακούγαμε την καμπάνα της εκκλησίας να χτυπάει με ήχο κινδύνου, όπως όταν έπιαναν φωτιά σπίτια ή χωράφια,  τότε τρέξαμε όλοι στην Πλατέα  τού χωριού .  

Καταλάβαμε ότι ήταν πραγματική φωτιά  !  Καιγόταν η πατρίδα μας, πόλεμος  !  

 Θα πήγαιναν οι νέοι και θα καταστρέφονταν οι οικογένειες. Ποιος ξέρει πόσες μάνες έκλαιγαν σήμερα στην Κύπρο και πόσες ακόμα θα κλάψουν από την φωτιά , που άναψε !  

Ήταν πολύ κρίσιμες οι στιγμές και  

Περνούσαν τα στρατιωτικά αυτοκίνητα φορτωμένα με νεαρούς.  

Άλλοι με τα κοντά παντελόνια, άλλοι με τις σαγιονάρες και τα αμάνικα  μπλουζάκια . 

Τα χωριανά μας παιδιά τρέχανε με τα χαρτιά στα χέρια.  

Οι γυναίκες έδιναν ψωμιά, τυρί, καρπούζια, κονσέρβες .  

Οι μάνες έδειχναν την λύπη τους, έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια τους, έτρεμαν τα χείλη τους και  μερικές γιαγιάδες μοιρολογούσαν. 

«Πώς ήρθε αυτό το κακό ; Πώς θα καταλήξει ;  

Που θα φτάσουν ; Θα γυρίσουν πίσω τα παιδάκια τους ; Θα γυρίσουν νικητές, θα διώξουν τον Τούρκο ! « 

Τα στρατιωτικά φορτηγά που κινούνταν στο δρόμο, σταμάτησαν στην Πλατέα και φόρτωναν τους νεαρούς από το χωριό μας, για να πάνε να παρουσιαστούν στις  μονάδες τους . 

Επικρατούσε χάος, αλλά οι νέοι ήταν σκαρφαλωμένοι στα φορτηγά, ενθουσιώδεις !  

 Πάνω στα καμιόνια  θυμάμαι που ήταν γραμμένο «Χούλια ερχόμαστε «. Η Χούλια ήταν η Τουρκάλα Βουγιουκλάκη. 

Εμείς  μικρά παιδιά κοιτάζαμε  γύρω με φόβο. Το σοβαρό ύφος όλων μάς τρόμαζε.  

Οι μεγάλοι άνδρες ήταν πολύ στενοχωρημένοι και σκυθρωποί  με σφιγμένο βλέμμα . 

Ο θείος Απόστολος ο Κεχαγιάς , ο Θείος Θανάσης ο Καλφόπουλος , ο θείος Κωνσταντής  ο Γκοτζίδης, ο θείος Αριστείδης ο Κάλφας, ο θείος ο Γιώργης ο Αρβανίτς, ο θείος Χρυσοβέργης ο Δημητριάδης, ο θείος ο Κωνσταντής ο Κυριακίδης με τον αδελφό του του Δημητρό, ο θείος ο  Μανώλης ο  Μάνος, ο παππούς μου ο Θανάσης ο Γκάιτατζης με τον αδελφό του Αλέξανδρο και ο παππούς ο  Θανάσης ο Τριανταφυλλίδης, ο παππούς Χρήστος ο Νατσόπουλος. 

_ Τι θα γέννν μπρέ παιδιά! Τι μεγάλο  κακό μάς βρήκε !Πάλε θα  ζιανευτεί ο κοσμάκκς! 

Τι θ’απογίνε  οι Κύπριοι  τ’ αδέλφια μας ! Κρίμας, κρίμας!  Έλεγαν όλοι !  

Ανάμεσα στον κόσμο βλέπω τον παππού Χρήστο  τον Γκόγκο, τον  Κιτίκο. Τον φώναζαν Κιτίκο, γιατί όταν ήταν μικρός δεν μπορούσε να πει το όνομά του Χρήστος και έλεγε Κιτίκος !  Κιτίκος είναι ο μικρός Χρήστος. 

Και να πω την αλήθεια, ήταν μικροκαμωμένος και αδύνατος !  

Τον βλέπω να τρέχει από την εκκλησία κατά κάτ. Σαν να τον βλέπω τώρα !  Άπλωνε τα πόδια του για να προφτάσει και μιλούσε μοναχός ! 

 ‘Εφτασε μπροστά στον υπεύθυνο τού στρατιωτικού φορτηγού . 

_Κατέβασς τη σκάλα να’ νεβώ μπρέ !  

Θα πάγω και γώ!  Είπε ο παππούς Κιτίκος. 

Τίιιιιί, θα φοβηθώ τις Τούρκοι ;  

Εγώ μπρέ δεν τις φοβάμαι τις τουρκαλάδες ! 

Ας κοτέψψ κανείς κοντάμ.  

Θέλω να με δώκτε όπλο !  

Οι φαντάροι κοίταζαν απορημένοι τον παππού Χρήστο  !  

__Εγώ μπρέ κερχανατζήδες είμαι Έλληνας, Έλληνες είναι οι  δικοίμ και Ελλάδα είναι το σπιτικόμ. Τί έκαναν, μπήκαν στην Κύπρο! Να διείτε  τι θα τις γένν!  Και φώναζε δυνατά. 

Δεν έκαμνε πίσω και έδειχνε όλη την αναστάτωσή του!  

Ο στρατιώτης τον απωθούσε και ο παππούς έμπαινε πάλι μπροστά. Φώναζε και μοιρολογούσε και επέμενε. 

 Όλο το χωριό κοίταζε  απορημένο  με  την τόλμη του παππού Χρήστου . 

Οι πιο ψύχραιμοι συγκράτησαν τον παππού Χρήστο τον Κιτίκο, που θα πεί μικρός !  

 Αλλά ο παππούς Χρήστος αποδείχθηκε μεγάλος  τελικά στην ψυχή και στην φιλοπατρία. Κανείς δεν περίμενε πως αυτός ο μικρός Χρήστος που δεν ήξερε καλά – καλά να πει το όνομά του όταν ήταν παιδί, θα βρισκόταν να ζητάει να πολεμήσει κι εκείνος. 

Όλος ο πατριωτισμός του φάνηκε με την πράξη του αυτή, γιατί αισθανόταν αγάπη και αφοσίωση για την πατρίδα του, την Ελλάδα, και συμπορευότανε με όλους τους  άλλους που είχαν το ίδιο συναίσθημα.  

Ο παππούς  Χρήστος Γκόγκος ήταν ρομαντικός, οραματιστής, αγωνιστής.  Ήταν λες και το μικρό του ανάστημα μεγάλωνε, έτοιμος να κάνει την καρδιά του ασπίδα για τους δικούς του. 

Εκείνη την ημέρα δίδαξε σε όλους γνήσια φιλοπατρία  και έδωσε παράδειγμα στο μικρό μας χωριό  το αίσθημα της ατομικής ευθύνης. 

Χάραξε τον δρόμο για το κοινό καλό και συμφέρον και πως ο πατριωτισμός είναι υπόθεση των αληθινά γενναίων .  

Τον παππού Κιτίκο τον έχουμε στην μνήμη μας ως  πατριώτη με την έννοια του  γνήσιου πατριωτισμού. 

Είμαι πατριώτης σημαίνει αγαπώ την πατρίδα μου, διατηρώ την εθνική μου προσωπικότητα και την τιμώ! Και συμπορεύομαι με τους αδελφούς μου!  

Τι είναι η πατρίδα μας; 

Μην είν’ οι κάμποι; 

Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά; 

Μην είν’ ο ήλιος της, που χρυσολάμπει; 

Μην είναι τ’ άστρα της τα φωτεινά; 

Όλα πατρίδα μας ! Και αυτά κι εκείνα  

Και κάτι που ‘χουμε μες την καρδιά  

Και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα 

Και κράζει μέσα μας: Εμπρός  παιδιά !  

                                                Ιωάννης Πολέμης 

Ο Χρήστος  Γκόγκος γιός του Ιωάννη και της Καλλιόπης γεννήθηκε το 1892 στο Όκλαλι τής Τσατάλτζας της Ανατολικής Θράκης και ήρθε πρόσφυγας στην Νέα Δήμητρα με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών σύμφωνα με την Συνθήκη τής Λωζάνης, σε ηλικία 32 χρόνων. Ήταν παντρεμένος  από την Πατρίδα ακόμη με την Βασιλική Παρπαρά (1900-1995 , κόρη του Παναγιώτη και της Κοκκώνης, από το ίδιο χωριό της Πατρίδας. Η Βασιλική  ήρθε στην Νέα Δήμητρα σε ηλικία 24 χρόνων, έγκυος στον γιό τους  Βασίλη. Ο Χρήστος και η Βασιλική απέκτησαν τρία παιδιά  στην Νέα Δήμητρα.  Ο μεγάλος τους ο γιός  ο Βασίλης γεννήθηκε στα αντίσκηνα της  Νέας Δήμητρας το 1924.  Ο Χρήστος Γκόγκος έζησε και πέθανε στην Νέα Δήμητρα σε ηλικία 85 χρόνων το 1977, τρία χρόνια αργότερα από την ημέρα που ζητούσε να πάει στον πόλεμο!  

Ελένη Τσιφτσόγλου 

Έτος 2023 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή